Ο πόλεμος στο Ιράν πέραν της καθαυτό φρίκης των καθημερινών θυμάτων των βομβαρδισμών μέσα στην χώρα, έχει αρχίσει να παρουσιάζει ένα νέο χαρακτηριστικό.
«Επεκτείνεται» μετά τα τρία πρώτα 24ωρα, πολύ πέραν των ορίων των άμεσα εμπλεκόμενων, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλα και πέραν αυτής, με ταχύτητα που δεν έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν.
Οι οικονομικές συνέπειες έχουν πάρει διεθνείς διαστάσεις καθώς η διακοπή της ροής υδρογονανθράκων (πετρελαίου και φυσικού αερίου) από την περιοχή του Κόλπου, αγγίζει την ενεργειακή δομή και επάρκεια ολόκληρου του πλανήτη.
Κυρίως δε της Ευρώπης, η οποία αν και επισήμως αποκαλείται ακόμα «Ενωμένη Ευρώπη», αντιμετωπίζει ραγδαία αυξανόμενες φυγόκεντρες δυνάμεις, καθώς οι συνέπειες αυτής της κρίσης τροφοδοτούν με μεγαλύτερη ένταση όλες τις εσωτερικές «κοιμώμενες» αλλά ζωντανές διαφορές και αντιφάσεις.
Η «αλήθεια» είναι απλή.
Η ραγδαία αύξηση των τιμών ενέργειας οδηγεί σε εμφανή μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, σε συνθήκες αυξανόμενου κόστους λειτουργίας των παραγωγικών της μονάδων και επιχειρήσεων. Αυτό συμβαίνει σε ένα περιβάλλον μιας ολοένα και πιο προβληματικής «ενιαίας εσωτερικής αγοράς» που έχει κληροδοτηθεί στην παρούσα κατάσταση από τις προηγούμενες κρίσεις, που με εκκίνηση την κρίση χρέους του 2008, έχουν επιδεινώσει τις οικονομικές συνθήκες με την πανδημία, το πληθωριστικό σοκ και την ενεργειακή κρίση και αιμορραγία από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η επιδείνωση αυτού του περιβάλλοντος από τον πόλεμο σήμερα επιβραδύνει περαιτέρω την κατανάλωση, τις παραγωγικές επενδύσεις και ενισχύσει την «έξοδο» κεφαλαίων, οδηγώντας αναγκαστικά σε ύφεση ή στην καλύτερη και πλέον αισιόδοξη εκδοχή σε πολύ χαμηλότερη ανάπτυξη.
Μπροστά σ’ αυτό το νέο σοκ, του οποίου δεν γνωρίζουμε ακόμα τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει, καθώς η επέκταση του πολέμου είναι στην καθημερινή ατζέντα, τα δύο χαρακτηριστικά, δηλαδή η οικονομική επιβράδυνση και η αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων, συνθέτουν την θέση «αδυναμίας» της ΕΚΤ να παρέμβει με τα όπλα της νομισματικής πολιτικής.
«Αδυναμία» η οποία έχει να κάνει με το ότι μπροστά στην οικονομική επιβράδυνση, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το «εργαλείο» της νομισματικής χαλάρωσης και της μείωσης των επιτοκίων, καθώς την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει την πληθωριστικές πιέσεις απέναντι στις οποίες θα έπρεπε να αυξήσει τα επιτόκια. Και αυτό συμβαίνει παρά τις αβεβαιότητες που υποβόσκουν στο επίσημο τραπεζικό σύστημα λόγω των ανεξέλεγκτων διασυνδέσεών του με την ανοιχτά προβληματική και χωρίς εποπτεία «ιδιωτική πίστωση».
Όλα αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον υψηλού χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, το οποίο, στις τρέχουσες συνθήκες αβεβαιότητας, για να αναχρηματοδοτηθεί, (πολύ περισσότερο για να απομειωθεί), χρειάζεται τον «απαγορευμένο καρπό» του φθηνότερου χρήματος, δηλαδή της μείωσης των επιτοκίων.
Αυτή την πραγματικότητα καλούνται να συζητήσουν στο Eurogroup οι ΥΠΟΙΚ της Ευρωζώνης, αλλά και στο ECOFIN με την ΕΚΤ σήμερα αύριο.
Και «λύση» δεν φαίνεται από πουθενά.
Αντίθετα οι ΥΠΟΙΚ, θα συναντηθούν σήμερα σε ένα φορτισμένο από τις διασπαστικές κινήσεις των έξι πλουσιότερων χωρών της ΕΕ, που μιλούν πλέον ανοιχτά για την Ευρώπη των δύο ή και περισσότερων ταχυτήτων. Μια «συζήτηση» που δεν αποτελεί άλλο παρά το προσωπείο του πραγματικού κατακερματισμού και της αμφισβήτησης των σχεδόν 4 δεκαετιών «ενοποίησης» από την περιβόητη Συνθήκη του Μάαστριχτ, στην οποία αγκιστρώθηκε με μεγάλες προσδοκίες και η Ελλάδα πριν κάμποσα χρόνια…