Στην όγδοη χρονιά του ο κορυφαίος θεσμός συγκεντρώνει διάσημους chefs από Ευρώπη και Ελλάδα, σε ένα ξεχωριστό πρόγραμμα δείπνων υψηλής τεχνικής και αισθητικής, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως ένας από τους πιο συνεκτικούς και εξελισσόμενους πυρήνες της υψηλής γαστρονομίας στην Ελλάδα. Το Culinary Journeys στο Daios Cove που ξεκίνησε ως ένα εποχικό event, έχει πλέον διαμορφωθεί σε μια σταθερή πλατφόρμα συνάντησης διεθνών και ελληνικών δημιουργών, με σαφή επιρροή και στον τομέα της φιλοξενίας.
Η σεζόν 2026 διαθέτει ένα ιδιαίτερα ισχυρό σχήμα συμμετεχόντων από τη Βαρκελώνη, το Μονακό, το Παρίσι και την Κοπεγχάγη, αλλά και σημαντικές παρουσίες από την ελληνική σκηνή. Οι Sergio & Javier Torres (Cocina Hermanos Torres, ***,Βαρκελώνη) και ο Emmanuel Pilon (Le Louis XV, ***, Μόντε Κάρλο) ηγούνται ενός συνόλου που περιλαμβάνει επίσης τους Nicolai Nørregaard (Kadeau**, Κοπεγχάγη), Amaury Bouhours (Le Meurice**, Παρίσι), καθώς και τους Νίκο Λειβαδιά (Tudor Hall,* Αθήνα), Γιώργο Σαμοΐλη (Cantina, Σίφνος), Γκίκα Ξενάκη (Aleria, Αθήνα) και Αγγελική Χαραμή (Omnia, Kastelruth).
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Οι δημιουργοί αυτοί αναλαμβάνουν να μετασχηματίσουν τα Ocean Restaurant και RHO του Daios Cove σε «κυψέλες» έντονης γαστρονομικής δραστηριότητας, συνδυάζοντας σύγχρονες τεχνικές με κλασικές αξίες και ενισχύοντας την ταυτότητα του resort, μέσα από νέες προσεγγίσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία των chefs του Alain Ducasse, που επιβεβαιώνει τη στρατηγική σχέση μεταξύ του Daios Cove και του διεθνούς ομίλου γαστρονομίας. Η συνεργασία αυτή αποτυπώνει μια κοινή προσέγγιση στην αριστεία, με έμφαση στη συνέπεια, τη γνώση και τη διαρκή εξέλιξη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Όπως πάντα, η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας αποτελεί συνειδητή επιλογή. Το Daios Cove, άλλωστε, λειτουργεί ως πλατφόρμα ανάδειξης της ελληνικής γαστρονομικής ταυτότητας, απευθυνόμενο σε ένα διεθνές κοινό που αναζητά ουσιαστική επαφή με τον τόπο και τα προϊόντα του. Η εμπειρία επεκτείνεται στην κατανόηση της ελληνικής γεύσης μέσα από σύγχρονες ερμηνείες, ενώ ο διάλογος που αναπτύσσεται μεταξύ των συμμετεχόντων δημιουργεί μια πολυεπίπεδη σύνδεση.
Οι συμμετέχοντες chefs
Ο γεννημένοι στη Βαρκελώνη Sergio & Javier Torres, έχουν διαμορφώσει μια κουζίνα που βασίζεται στην ελάχιστη παρέμβαση και τη μέγιστη απόδοση του προϊόντος. Με διαδρομή σε εστιατόρια όπως τα Racó de Can Fabes, Akelarre και Plaza Athénée και με το βραβευμένο με τρία αστέρια Michelin Cocina Hermanos Torres να αποτελεί σήμερα το επίκεντρο της δημιουργίας τους, η προσέγγισή τους ισορροπεί ανάμεσα στην απλότητα και την τεχνική ακρίβεια. Εκπαιδεύτηκαν σε ορισμένα από τα πιο σημαντικά εστιατόρια της εποχής: το Racó de Can Fabes του Santi Santamaría, το Akelarre του Pedro Subijana, και το Plaza Athénée του Alain Ducasse στο Παρίσι.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το 2008 άνοιξαν το Dos Cielos Barcelona, κερδίζοντας το πρώτο αστέρι Michelin το 2010 και το δεύτερο το 2017. Ωστόσο, αισθανόμενοι περιορισμένοι από τις δυνατότητες του χώρου, έκλεισαν το εστιατόριο για να πραγματοποιήσουν ένα φιλόδοξο όραμα: το Cocina Hermanos Torres. Η αναγνώριση ήρθε άμεσα: 2 αστέρια Michelin και 3 Soles Repsol το 2019, το τρίτο αστέρι Michelin το 2022, και το πράσινο αστέρι Michelin για βιωσιμότητα το 2023. Το 2024, οι Sergio και Javier Torres κατέλαβαν την 20ή θέση στη διεθνή λίστα Best Chef Awards, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή τους εμβέλεια.
Η γαστρονομική τους υπογραφή παραμένει σταθερή: πιάτα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται απλά, αλλά κρύβουν βαθύ στοχασμό και τεχνική virtuosity. Κάθε δημιουργία αποτελεί μελέτη στην ισορροπία – χρώματα, αρώματα, γεύσεις και υφές συνθέτουν μια εμπειρία όπου η ελάχιστη παρέμβαση αποδίδει μέγιστη ένταση.
Από την άλλη ο Emmanuel Pilon, επικεφαλής του τριάστερου Le Louis XV, εξελίσσει την κουζίνα του Alain Ducasse με βάση τη φιλοσοφία της Naturalité, εστιάζοντας στην εποχικότητα και τη σχέση της haute cuisine με το φυσικό περιβάλλον. Η πορεία του ξεκίνησε στη Λυών, όπου εκπαιδεύτηκε υπό την καθοδήγηση δύο σεφ βραβευμένων με τον τίτλο Meilleurs Ouvriers de France – των Christian Têtedoie και Davy Tissot – πριν ενταχθεί στον Οίκο Ducasse το 2009.
Στο Le Louis XV του Μονακού, δίπλα στους Franck Cerutti και Dominique Lory, ο Pilon έθεσε τα θεμέλια μιας σχέσης που θα τον οδηγούσε στο Παρίσι, όπου για οκτώ χρόνια συνεργάστηκε στενά με τον Romain Meder στο εστιατόριο Alain Ducasse του Plaza Athénée Hotel. Ως Assistant Chef, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της Naturalité Cuisine – της φιλοσοφίας που επανακαθόρισε τη σχέση της haute cuisine με τη φύση και την εποχικότητα. Η εμπειρία του εμπλουτίστηκε περαιτέρω μέσω της συμμετοχής του στο pop-up εστιατόριο ADMO (Adrià Ducasse Meder aux Ombres), όπου συνεργάστηκε με τον Romain Meder και τον Albert Adrià.

Από το νησί Bornholm και τις παραδοσιακές τεχνικές διατήρησης τροφής αντλεί την έμπνευσή του ο Nicolai Nørregaard, επικεφαλής του Kadeau που κατέχει δύο αστέρια Michelin. Η κουζίνα του εξελίσσεται σε άμεση σχέση με τις εποχές, ενσωματώνοντας τη λογική της αυτάρκειας και της φυσικής διαχείρισης πρώτων υλών. Τα καπνιστήρια του Bornholm – ιδιαίτερα εκείνο του θείου του Nicolai στη δυτική ακτή – αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της φιλοσοφίας του Kadeau. Με τις επιβλητικές καμινάδες τους να σημαδεύουν το νησιώτικο τοπίο, μόνο δέκα από αυτά παραμένουν σήμερα λειτουργικά.
Ο θείος του ανήκε στους τελευταίους τεχνίτες που τηρούσαν την παραδοσιακή μέθοδο καπνίσματος σε ανοιχτή καμινάδα – μια χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση της φωτιάς. Ως πρωτοπόρος του Nordic food movement, ο Nicolai μετέφερε αυτές τις βαθιά ριζωμένες τεχνικές στο επίκεντρο της γαστρονομικής του έκφρασης. Το Kadeau λειτουργεί σε απόλυτη αρμονία με τις εποχές: κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η ομάδα μαζεύει από τον κήπο του εστιατορίου, τα δάση και τις παραλίες του νησιού.
Παράλληλα, μεγάλο μέρος της σεζόν αφιερώνεται στη διατήρηση της καλοκαιρινής αφθονίας, ώστε το χειμώνα το ντουλάπι του εστιατορίου να παραμένει πλούσια εφοδιασμένο με τους θησαυρούς του Bornholm.

Ο Amaury Bouhours, στο διάστερο Le Meurice, συνεχίζει την παράδοση Ducasse μέσα από μια εξελισσόμενη κουζίνα που συνδυάζει τεχνική και δημιουργική ελευθερία. Ξεκίνησε το ταξίδι του στον κόσμο της γαστρονομίας ως ασκούμενος στο Louis XV – Alain Ducasse, στο Μονακό. Οι επόμενοι σταθμοί του ως Commis Chef στο Εστιατόριο Alain Ducasse στο Plaza Athénée στο Παρίσι όπου βρέθηκε διαδοχικά υπό την καθοδήγηση των Christophe Moret, Christophe Saintagne και Romain Meder.
Γρήγορα ανήλθε στη θέση του Head Chef de Partie και στη συνέχεια Junior Sous-Chef πριν ενταχθεί στον Adrien Trouilloud ως Sous-Chef στο Lasserre. Αυτή τη στιγμή είναι ο Chef de Cuisine στο Le Meurice.

Ο Νίκος Λειβαδιάς, στο Tudor Hall του ξενοδοχείου King George, παρουσιάζει μια σύγχρονη εκδοχή της ελληνικής κουζίνα που βασίζεται σε εκλεκτές πρώτες ύλες και σύγχρονες τεχνικές, οδηγώντας το εστιατόριο στη διατήρηση του αστεριού Michelin. Διαθέτει πολύχρονη και επιτυχημένη πορεία στη γαστρονομική σκηνή της χώρας, σε εστιατόρια όπως το Lycabettus Restaurant στην Οία, το Electra Palace και στο Andronikos στη Μύκονο.
Επιλέγει εξαιρετικές πρώτες ύλες και δημιουργεί πιάτα με μοναδικό χαρακτήρα αναδεικνύοντας στο μέγιστο τη γεύση και τη μοντέρνα εκδοχή των παραδοσιακών υλικών. Κάθε πιάτο αποτελεί έργο τέχνης με εκλεπτυσμένα χρώματα, φίνα αρώματα και ξεχωριστή παρουσίαση προσφέροντας στον επισκέπτη μια ανεπανάληπτη γαστρονομική εμπειρία.

Ο Γιώργος Σαμοΐλης, με επιστημονικό υπόβαθρο στη βιοχημεία, κινείται ανάμεσα στη βιωσιμότητα, στην εντοπιότητα και στην εποχικότητα: στο Cantina της Σίφνου διαμορφώνει μια προσωπική, πολυπολιτισμική προσέγγιση. Πρώην μοριακός βιολόγος με διδακτορικό στη βιοχημεία, ο Γιώργος Σαμοΐλης στράφηκε στη γαστρονομία μαγειρεύοντας για φίλους στη Σίφνο.
Έχοντας ζήσει και εργαστεί εκτενώς στη Βραζιλία απορροφώντας την πλούσια κουλινάρια κληρονομιά της χώρας, ο ιδρυτής και Head Chef του Ω3 Fish and Wine Bar εστιάζει στη βιωσιμότητα, την εντοπιότητα και την εποχικότητα. Ο Γιώργος Σαμοΐλης είναι σήμερα σεφ στο βραβευμένο για μηδενικά απόβλητα εστιατόριο Cantina στη Σίφνο, αντλώντας έμπνευση από τα ελληνικά νησιά και τη Λατινική Αμερική.

Την ίδια στιγμή ο Γκίκας Ξενάκης, επικεφαλής του Aleria, αντλεί από την ελληνική ύπαιθρο και τη μνήμη των πρώτων υλών, μεταφέροντας αυτή την εμπειρία σε μια σύγχρονη γαστρονομική αφήγηση που έχει τιμηθεί με Χρυσό Σκούφο, την υψηλότερη γαστρονομική διάκριση στην Ελλάδα. Είναι γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θήβα, ενώ οι πρώτες παιδικές αναμνήσεις του περιλαμβάνουν καλό, θρεπτικό φαγητό και τον ανέμελο τρόπο ζωής της ελληνικής υπαίθρου.
Η αίσθηση αυτής της προέλευσης και των απλών υλικών αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο των δημιουργιών του στην κουζίνα. Απόφοιτος της Σχολής Μαγειρικής Le Monde, ο Ξενάκης έχει εργαστεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό με εξαιρετικούς σεφ.

Τέλος, η Αγγελική Χαραμή, στο Omnia Plant-Based Restaurant, αναπτύσσει μια vegan fine dining προσέγγιση, βασισμένη σε χειροποίητα, ελάχιστα επεξεργασμένα υλικά και επιρροές από τη διεθνή σκηνή. Η καινοτόμος vegan σεφ είναι γνωστή για την εκλεπτυσμένη προσέγγισή της. Με γαστρονομικό υπόβαθρο από το Radisson Blu Park Hotel και εμπειρία σε εκτιμημένες κουζίνες όπως των Vammos, Ekali Club και Vegan Nation, έχει ηγηθεί ως head chef στο Mama Tierra, το Crudo και από το 2020, στο Koukoumi Hotel στη Μύκονο, το πρώτο vegan ξενοδοχείο στην Ελλάδα.

Daios Cove: Ο τόπος
Το Daios Cove αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα resorts 5 αστέρων στην Ελλάδα, χτισμένο σε ιδιωτικό όρμο στο Βαθύ Αγίου Νικολάου Κρήτης. Σε έκταση 320 στρεμμάτων, συνδυάζει αρχιτεκτονική που αντλεί από τη γη και το νερό με σύγχρονες υποδομές φιλοξενίας υψηλού επιπέδου. Η γαστρονομία αποτελεί βασικό άξονα της ταυτότητάς του, καθώς διαθέτει επτά εστιατόρια και μπαρ που αξιοποιούν τα προϊόντα της Κρήτης, χρησιμοποιώντας τεχνικές του σήμερα. Η συνεργασία με τη Ducasse Conseil έχει, μάλιστα, ενισχύσει περαιτέρω το γαστρονομικό του αποτύπωμα. Παράλληλα, το KĒPOS, ένας χώρος ευεξίας 2.500 τ.μ., ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα wellness hubs στην Ευρώπη έχει διακριθεί διεθνώς, μεταξύ άλλων ως Greece’s Best Resort Spa 2024 στα World Spa Awards.
Ξεχωρίζει για τις ολιστικές προσεγγίσεις υγείας με προηγμένη ιατρική τεχνολογία, για τα κορυφαία προϊόντα περιποίησης, καθώς και για τα εξατομικευμένα προγράμματα γυμναστικής από τους ειδικούς της BXR London. Είναι εμπνευσμένο από τον κήπο του Επίκουρου έναν τόπο φιλοσοφίας, μάθησης και ευημερίας κι έχει επιβεβαιώσει τη θέση του ως ένα από τα πιο άρτια wellness clubs της Ευρώπης. Και αυτή τη χρονιά το Daios Cove επαναδιατυπώνει την έννοια της πολυτελούς διαμονής, δίνοντας έμφαση στην ιδιωτικότητα, τη σύνδεση με το τοπίο και τη διαχρονική αισθητική και παραμένοντας σημείο αναφοράς για το διεθνές κοινό.
