«Διαφορετικός από τους συνηθισμένους επιφανειακούς σεισμούς» ήταν ο μεγάλος σεισμός των 7,4 Ρίχτερ που χτύπησε την Κολομβία, σύμφωνα με όσα είπε ο Κώστας Παπαζάχος στο ΑΠΕ – ΜΠΕ.
Ο ίδιος σημείωσε πως: «Ο σεισμός που έπληξε την Κολομβία ήταν διαφορετικός από τους συνηθισμένους επιφανειακούς σεισμούς, όπως εκείνοι που έχουν σημειωθεί πρόσφατα στη Βενεζουέλα.
Το βασικό χαρακτηριστικό του ήταν το μεγάλο εστιακό του βάθος, περίπου 110 χιλιόμετρα, γεγονός που τον κατατάσσει στους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους», δήλωσε ο καθηγητής Φυσικής Λιθόσφαιρας, Σεισμολογίας και Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής, Τμήμα Γεωλογίας ΑΠΘ, Κώστας Παπαζάχος.
Όπως εξήγησε, στην περιοχή της Κολομβίας, η ωκεάνια πλάκα Νάζκα υποβυθίζεται κάτω από τη Νότια Αμερική, φθάνοντας σε βάθη έως τα 650 χιλιόμετρα. Η σεισμικότητα που συνδέεται με τη βυθιζόμενη πλάκα μπορεί να εκδηλωθεί σε σημαντικά βάθη και ο συγκεκριμένος σεισμός γεννήθηκε μέσα σε αυτή τη βυθιζόμενη λιθοσφαιρική πλάκα, σε εστιακό βάθος περίπου 110 χλμ. Πρόκειται, επομένως, για μια διαφορετική σεισμοτεκτονική διαδικασία από εκείνη ενός τυπικού επιφανειακού σεισμού.
«Ο σεισμός της Κολομβίας προκλήθηκε από βύθιση της πλάκας σε μεγάλο βάθος, σαν τους σχετικά πρόσφατους σεισμούς στο νότιο Αιγαίο, στα Κύθηρα μεγέθους του 6.8 το 2006 και το 2008 στο Λεωνίδιο. Ο σεισμός της Κολομβίας ήταν αρκετά μεγαλύτερος. Όμως έχουμε τέτοιους σεισμούς στον ελληνικό χώρο με σημαντικές επιπτώσεις στο εξωτερικό ελληνικό τόξο – Κρήτη, Ρόδο και νότια Πελοπόννησο», επισήμανε ο καθηγητής.
Οι σεισμοί ενδιαμέσου βάθους, όπως πρόσθεσε ο κ. Παπαζάχος, έχουν τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. «Το πρώτο είναι ότι, κατά κανόνα, δεν εμφανίζουν σχεδόν καθόλου ισχυρούς μετασεισμούς άρα δεν “κινδυνεύουμε” τις επόμενες μέρες ή ώρες από κάποιον ισχυρό μετασεισμό. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι το μεγάλο βάθος περιορίζει, σε σχέση με έναν αντίστοιχο επιφανειακό σεισμό, την ένταση της κίνησης που φτάνει στην επιφάνεια, άρα έχουν μειωμένες επιπτώσεις, γιατί τα κύματα έχουν διανύσει μεγαλύτερη απόσταση (110 χιλιόμετρα εν προκειμένω) μέχρι να φτάσουν στο έδαφος και έτσι εξασθενούν. Τρίτον, γίνονται αισθητοί και επηρεάζουν πολύ μεγαλύτερες περιοχές», διευκρίνισε ο κ. Παπαζάχος.
Σημείωσε δε ότι, επειδή ο σεισμός στην Κολομβία είχε μεγάλο μέγεθος, οι σεισμικές κινήσεις ήταν αρκετά ισχυρές, φτάνοντας περίπου στο 20% της επιτάχυνσης της βαρύτητας, δηλαδή γύρω στο 0,2G, με τη μέγιστη επιτάχυνση της εδαφικής κίνησης να αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της επιτάχυνσης της βαρύτητας.
Σε ό,τι αφορά τις καταστροφικές επιπτώσεις του σεισμού ο καθηγητής εξήγησε ότι δεν εξαρτώνται μόνο από το μέγεθος και το βάθος ενός σεισμού, καθώς καθοριστικός είναι ο ρόλος της αντοχής των κατασκευών. Σε περιοχές όπου υπάρχει ευάλωτο κτιριακό απόθεμα ή ανεπαρκής αντισεισμική προστασία, ακόμη και ένας σεισμός ενδιαμέσου βάθους μπορεί να προκαλέσει σημαντικές απώλειες.
Στην Κολομβία, ο συνδυασμός του μεγάλου μεγέθους του σεισμού, της μεγάλης έκτασης στην οποία έγινε αισθητός και της τρωτότητας τμημάτων του κτιριακού αποθέματος – κτίρια με σχεδόν καθόλου αντισεισμική αντοχή – συνέβαλε στις καταρρεύσεις και σοβαρές ανθρώπινες απώλειες.
