«Η Ελλάδα γυρνά σελίδα και έχει έρθει η ώρα για τη δική μου χώρα να εξερευνήσει αν η πυρηνική ενέργεια και αν οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες μπορούν να παίξουν ρόλο στο ελληνικό σύστημα ενέργειας. Θα ορίσουμε μια διυπουργική επιτροπή έτσι ώστε να υπάρξουν οριστικές συστάσεις προς την κυβέρνηση επ’ αυτού» επεσήμανε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι.
«Σε καιρούς μεγάλων αναταραχών όλες οι επιλογές πρέπει να είναι στο τραπέζι και η πυρηνική ενέργεια μπορεί να αποτελεί λύση», κατέληξε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, η οποία τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί την ανάπτυξη μικρών (αρθρωτών) πυρηνικών αντιδραστήρων (Small Modular Reactors- SMRs), οι οποίοι θεωρούνται πιο ευέλικτοι και οικονομικά αποδοτικοί από τους παραδοσιακούς πυρηνικούς σταθμούς.
«Γι’ αυτό παρουσιάζουμε σήμερα μια νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τους Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες. Ο στόχος μας είναι απλός: θέλουμε αυτή η νέα τεχνολογία να είναι λειτουργική στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 2030, ώστε να διαδραματίσει βασικό ρόλο δίπλα στους παραδοσιακούς πυρηνικούς αντιδραστήρες σε ένα ευέλικτο, ασφαλές και αποδοτικό ενεργειακό σύστημα», δήλωσε η πρόεδρος της Επιτροπής.
Τι είναι όμως οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (SMR), πώς λειτουργούν και σε τι διαφέρουν από τους μεγάλους αντιδραστήρες;
Πρόκειται για τους λεγόμενους SMR (Small Modular Reactors – Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες), μια νέα γενιά πυρηνικών μονάδων που χαρακτηρίζονται από το μικρό τους μέγεθος και την ευελιξία εγκατάστασης. Είναι εύκολα να συναρμολογηθούν και να αποσυναρμολογηθούν, χτίζονται αρθρωτά, που σημαίνει ότι μπορούν να εγκατασταθούν σε περιοχές όπου η κατασκευή ενός μεγάλου πυρηνικού σταθμού θα ήταν πρακτικά αδύνατη. Η λογική τους βασίζεται στην ταχύτερη υλοποίηση έργων και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με σχετικά χαμηλότερο κόστος, μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και υψηλά επίπεδα ασφάλειας.
Μπορούν επίσης να λειτουργήσουν είτε συνδεδεμένοι με το κεντρικό δίκτυο ηλεκτροδότησης είτε αυτόνομα (off-grid), κάτι που τους καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμους για απομονωμένες περιοχές.
Ωστόσο, η μικρότερη κλίμακα σημαίνει και χαμηλότερη παραγωγή ενέργειας. Ένας SMR αποδίδει περίπου το ένα τρίτο της ισχύος ενός μεγάλου πυρηνικού αντιδραστήρα. Οι παραδοσιακοί αντιδραστήρες έχουν ισχύ περίπου 1.000 έως 1.100 MW, ενώ οι μικρότεροι μπορεί να κυμαίνονται από 35 MW – ακόμη και σε πλωτές μονάδες παραγωγής ενέργειας – έως περίπου 300 MW.
Η ιδέα αξιοποίησης μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων στην Ελλάδα έχει τεθεί στο τραπέζι εδώ και περίπου δύο χρόνια από εξειδικευμένη αμερικανοκαναδική εταιρεία. Ο ιδρυτής της είχε επισκεφθεί τη χώρα και είχε συναντήσεις με κυβερνητικούς αξιωματούχους, παρουσιάζοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης ενός τέτοιου έργου.
Ο πρωθυπουργός έχει εμφανιστεί θετικός στην προοπτική διερεύνησης της τεχνολογίας και το επανέφερε στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι, δηλώνοντας ότι «είναι καιρός η χώρα να εξετάσει κατά πόσο η πυρηνική ενέργεια – και ειδικά οι μικροί αντιδραστήρες – μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα».
Γιατί θεωρούνται ελκυστική λύση
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα των SMR είναι ο σχεδιασμός τους με γνώμονα την ασφάλεια. Επειδή είναι τεχνολογικά απλούστεροι από τους μεγάλους αντιδραστήρες, βασίζονται κυρίως σε παθητικά συστήματα ασφαλείας, τα οποία λειτουργούν με φυσικές διεργασίες όπως η βαρύτητα, η φυσική κυκλοφορία και η μεταφορά θερμότητας.
Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και σε περίπτωση προβλήματος, ο αντιδραστήρας μπορεί να σταματήσει να λειτουργεί χωρίς να απαιτείται ανθρώπινη παρέμβαση ή εξωτερική τροφοδοσία. Η χαμηλότερη ισχύς και η μικρότερη πίεση λειτουργίας συμβάλλουν επίσης στη μείωση του κινδύνου ατυχημάτων και πιθανών διαρροών ραδιενέργειας.
Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα είναι οι μειωμένες ανάγκες ανεφοδιασμού. Οι σταθμοί που βασίζονται σε SMR μπορούν να λειτουργούν για τρία έως επτά χρόνια χωρίς αλλαγή καυσίμου, σε αντίθεση με τους συμβατικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες που απαιτούν ανεφοδιασμό κάθε ένα ή δύο χρόνια.
Σε ορισμένα σχέδια, μάλιστα, οι αντιδραστήρες έχουν σχεδιαστεί ώστε να μπορούν να λειτουργούν έως και 30 χρόνια χωρίς ανεφοδιασμό, γεγονός που μειώνει σημαντικά το λειτουργικό κόστος.
