«Το έλεγε η ψυχή του, αγαπούσε να πετάει και να προστατεύει τους γύρω του» με αυτά τα λόγια περιγράφει τον συνάδελφο του, τον Έλληνα συντονιστή που έχασε τη ζωή του μαζί με τον Δανό πιλότο στη σύγκρουση των ελικοπτέρων στην Ψάθα.
Η τραγική κατάληξη της επιχείρησης κατάσβεσης στην Ψάθα, συνεχίζει να σοκάρει και να συγκινεί την κοινωνία. Οι δυο τους γνωρίστηκαν μέσα από τη δουλειά, καθώς εργάζονταν ως σύνδεσμοι-διερμηνείς- συντονιστές για τα ελικόπτερα που μισθώνονται από το δημόσιο για τις ανάγκες της αντιπυρικής περιόδου αναφέρει στο thesspost.gr.
Κάνει λόγο για έναν αφοσιωμένο οικογενειάρχη με μεγάλη αγάπη για την Αεροπορία. «Ήταν πολύ συγκροτημένο παιδί, δούλευε, πάλευε για την οικογένεια του, και είχε λάβει εκπαίδευση πιλότου αεροσκαφών, που ήταν το όνειρό του. Του άρεσε η δουλειά του συνδέσμου, ήταν αρκετά έμπειρος και όποτε χτυπούσε το τηλέφωνο -είχαμε μερικά λεπτά για να προετοιμαστούμε-, ήταν πάντα πρόθυμος» λέει με συγκίνηση για τον συνάδελφο του.
Ποιος είναι ο ρόλος του συνδέσμου
Περιγράφοντας τον ρόλο του συνδέσμου, εξηγεί πως ουσιαστικά είναι η «γλωσσική γέφυρα» ανάμεσα στις ελληνικές επίγειες δυνάμεις και στον αλλοδαπό κυβερνήτη του ελικοπτέρου. «Είμαστε σε επικοινωνία με την Πυροσβεστική και το Συντονιστικο Κέντρο και δίνουμε οδηγίες στον πιλότο, που σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ξένος, όπως από που να κάνει υδροληψία, και σε ποιο σημείο της φωτιάς να ρίξει το νερό. Μεταφράζουμε τις οδηγίες που παίρνουμε είτε από τον συντονιστή είτε από ελικόπτερα της Πυροσβεστικής πάνω από τη φωτιά».
Τα πληρώματα έχουν επίγνωση για το υψηλό ρίσκο που παίρνουν, όμως στη θέα σπιτιών να τυλίγονται στις φλόγες ρίχνονται με αυταπάρνηση στη μάχη της κατάσβεσης. «Όλο αυτό το περιβάλλον είναι επικίνδυνο, δουλεύουμε υπό πίεση, υπάρχει στρες, πετάμε πολύ χαμηλά, βλέπουμε σπίτια να καίγονται και μέσα σε όλο αυτό προσπαθούμε να σώσουμε ό,τι μπορούμε. Το άγχος είναι στον… Θεό. Πρέπει να έχουμε συνεχώς τα αυτιά μας και το μυαλό μας εκεί και μέσα σε όλο αυτό, να κάνουμε ρίψη ακριβείας, γιατί αν αστοχήσουμε, μπορεί να κοστίσει το σπίτι κάποιου ανθρώπου», εξηγεί.
Μετά από ένα δύσκολο βράδυ, η προσμονή των κατοίκων για τα εναέρια μέσα που σηκώνονται με το πρώτο φως, είναι αυτή που δίνει δύναμη στους ιπτάμενους ήρωες. «Μπαίνουμε στο ελικόπτερο με την ψυχολογία ότι κάποιοι άνθρωποι, περιμένουν κάτι από εμάς. Τα εναέρια μέσα γλιτώνουν σπίτια, ολόκληρες περιουσίες από τις φωτιές, σε σημεία που οι επίγειες δυνάμεις δεν μπορούν. Όταν λοιπόν ξέρεις, ότι σε βλέπουν σαν σωτήρα και περιμένουν να ξημερώσει για να σηκωθούν τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα, μόνο και μόνο από αυτό, δε μπορείς, παρά να πας και να προσφέρεις. Από τη μια υπάρχει φόβος, ειδικά όταν κατεβαίνουμε τόσο χαμηλά που βλέπουμε τη φωτιά και νιώθουμε τη ζέστη της, από την άλλη όμως, νιώθουμε δέος, υπερηφάνεια και θέλουμε να το πάμε ένα βήμα παρακάτω και να σώσουμε ό,τι μπορούμε», σημειώνει.
Το πιο δύσκολο κομμάτι, είναι όταν σε μια μεγάλη πυρκαγιά υπάρχει συγκέντρωση πολλών και διαφορετικών εναέριων μέσων, περιγράφει ο σύνδεσμος. «Όταν πετάμε τόσο κοντά με άλλα ελικόπτερα bell, 2-3 καναντέρ της Πυροσβεστικής, άλλα 2-3 Σινούκ του στρατού, άλλα 2-3 μικρότερα αεροπλάνα που κάνουν μικρές ρίψεις, και έχουμε 8-9 εναέρια μέσα σε μια εστία, χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλος συντονισμός και μια σειρά, οπότε υπάρχει ένα ελεγχόμενο χάος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει πιο πολύ από ποτέ, να είσαι 100% εκεί και μέσα σε όλο αυτό, να κάνεις ρίψεις ακριβείας».
