Να «γράψουν» ξανά την αμυντική συμφωνία με τη Δανία επιδιώκουν οι ΗΠΑ, με σκοπό να γίνει άρση στους περιορισμούς για τη στρατιωτική παρουσία τους στη Γροιλανδία. Το Bloomber περιγράφει αναλυτικά το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ για το αρκτικό νησί, το οποίο θέλει να το μετατρέψει σε χώρο κατάλληλο για στρατιωτική δραστηριότητα έχοντας ο ίδιος όμως «λευκή επιταγή».
Η συμφωνία που υπογράφηκε το 1951 και τροποποιήθηκε το 2004, προβλέπει πως οι ΗΠΑ οφείλουν να συμβουλεύονται και να ενημερώνουν Δανία και Γροιλανδία πριν υπάρξει κάποια σημαντική αλλαγή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Γροιλανδία. Αυτό ακριβώς μάλιστα είναι και το σημείο που ο Ντόναλντ Τραμπ παλεύει να αλλάξει.
Η Άννα Κέλι, εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι «αν αυτή η συμφωνία ολοκληρωθεί — και ο Ντόναλντ Τραμπ είναι πολύ αισιόδοξος ότι θα συμβεί — οι ΗΠΑ θα έχουν πετύχει όλους τους στρατηγικούς τους στόχους σε σχέση με τη Γροιλανδία, με ελάχιστο κόστος και σε μόνιμη βάση».
Αυτές οι πληροφορίες συμβαδίζουν απόλυτα και με την στάση που διατηρεί ο Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία. Την Τετάρτη ανακοίνωσε το «πλαίσιο μιας μελλοντικής συμφωνίας» για το αρκτικό νησί, μετά από συνάντηση με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, χωρίς ωστόσο να δώσει λεπτομέρειες.
«Θα συνεργαστούμε όλοι μαζί. Και στην πραγματικότητα το ΝΑΤΟ θα συμμετέχει μαζί μας», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους την Πέμπτη, σε ερώτηση για το αν η συμφωνία προβλέπει κυριότητα των ΗΠΑ επί του νησιού.
«Θα υλοποιήσουμε, σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ, ορισμένα τμήματα της συμφωνίας — όπως ακριβώς θα έπρεπε να γίνεται», ανέφερε κατά την επιστροφή του από το Νταβός, προσθέτοντας ότι «σε δύο εβδομάδες» θα καταστήσει σαφές αν οι Δανοί έχουν συμφωνήσει.
Σε συνέντευξή του στο Fox Business νωρίτερα την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα έχουν «κάθε στρατιωτική πρόσβαση που θέλουμε».
«Θα μπορούμε να τοποθετήσουμε στη Γροιλανδία ό,τι χρειαζόμαστε, επειδή τη θέλουμε. Ουσιαστικά πρόκειται για πλήρη πρόσβαση, δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός», είπε.
Μία τέτοια συμφωνία θα εκτόνωνε την απειλή κατά του ΝΑΤΟ, την πιο επικίνδυνη που έχει υπάρξει από την ίδρυση της Συμμαχίας, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Bloomberg είχε μεταδώσει νωρίτερα ότι το πλαίσιο συμφωνίας που ανακοίνωσε ο Τραμπ προβλέπει την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων, δικαιώματα εξόρυξης με στόχο τον αποκλεισμό κινεζικών συμφερόντων και ενισχυμένη παρουσία του ΝΑΤΟ στην Αρκτική.
Σε αντάλλαγμα, ο Τραμπ θα τηρούσε τη δέσμευσή του να μην επιβάλει δασμούς στις ευρωπαϊκές χώρες.
Η κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ θα ανέτρεπε μια τάση δεκαετιών, κατά την οποία οι ΗΠΑ είχαν μειώσει δραστικά την παρουσία τους στη Γροιλανδία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο αμερικανικός στρατός πέρασε έως και 17 βάσεις στο έδαφος της Γροιλανδίας σε μία μόνο βάση, με περίπου 150 στρατιωτικούς και περισσότερους από 300 εργαζόμενους με συμβάσεις, πολλοί εκ των οποίων είναι Δανοί ή Γροιλανδοί πολίτες.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές σε ποιον βαθμό η Δανία και η Γροιλανδία θα συμφωνήσουν σε αλλαγές.
Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν δήλωσε την Πέμπτη, πριν από σύνοδο κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, ότι τόσο η Δανία όσο και η Γροιλανδία είναι ανοιχτές στο ενδεχόμενο «περαιτέρω επέκτασης» της αμυντικής συμφωνίας του 1951 με τις ΗΠΑ, χωρίς να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες.
«Αυτό πρέπει, φυσικά, να γίνει με τον προσήκοντα και σεβαστό τρόπο, και τώρα εξετάζουμε αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό», ανέφερε η Φρέντερικσεν.
Η διατύπωση της υφιστάμενης συμφωνίας ήδη θέτει ελάχιστους περιορισμούς στις ΗΠΑ, ενώ τόσο η Δανία όσο και η Γροιλανδία ενθαρρύνουν εδώ και χρόνια την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
«Κάθε φορά που ζητούσαμε συνάντηση για οποιοδήποτε θέμα, συναντούσαμε πάντα προθυμία για συζήτηση», δήλωσε η Ίρις Φέργκιουσον, πρώην αναπληρώτρια βοηθός υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ για την Αρκτική και την παγκόσμια ανθεκτικότητα, κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπάιντεν. Όπως σημείωσε, και η Γροιλανδία ενδιαφερόταν για ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, καθώς οι σχετικές συμβάσεις στήριζαν την τοπική οικονομία.
