Επί προωθυπουργίας Βίκτορ Όρμπαν αποφάσισε να αποχωρήσει η Ουγγαρία από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, λέγοντας ότι το λειτουργεί με «πολιτικά» κριτήρια και ανακοίνωσε την ενέργεια αυτή τον Απρίλιο του 2025, λίγο μετά την άφιξη του Μπέντζαμιν Νετανιάχου στη χώρα, αψηφώντας ένταλμα σύλληψης, το οποίο η Βουδαπέστη χαρακτήρισε «αναίσχυντο».
Ωστόσο, η πολιτική κατάσταση στη χώρα άλλαξε και ο πρωθυπουργός Πίτερ Μαγιάρ, που απομάκρυνε από την εξουσία τον Βίκτορ Όρμπαν στις εκλογές του περασμένου μήνα, δεσμεύθηκε να διατηρήσει την Ουγγαρία ως μέλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το κοινοβούλιο της Ουγγαρίας ενέκρινε σήμερα (27.06.2026) σχετική νομοθετική ρύθμιση, αντιστρέφοντας την απόφαση που ελήφθη το 2025 από την πρώην κυβέρνηση.
Από τα 199 μέλη του κοινοβουλίου, τα 133 τάχθηκαν υπέρ της απόρριψης του νόμου που προέβλεπε αποχώρηση από το Καταστατικό της Ρώμης, της ιδρυτικής συνθήκης του ΔΠΔ, που επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 2 Ιουνίου, συγκριτικά με 37 ψήφους κατά και 5 αποχές.
Η νομοθετική ρύθμιση που ψηφίστηκε σήμερα ανέφερε: «Προς όφελος της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, και για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων…είναι απαραίτητο εκείνοι που διέπραξαν τα χειρότερα από τα διεθνή εγκλήματα να λογοδοτούν σε ένα διεθνές δικαστήριο».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο νόμος ανέφερε ότι είναι απαραίτητο να διατηρηθεί η συμμετοχή της Ουγγαρίας στο ΔΠΔ.
Ο Μαγιάρ είχε ανακοινώσει στις 20 Απριλίου 2026, πριν ακόμα ορκιστεί πρωθυπουργός, ότι η Ουγγαρία θα έθετε τέλος στη διαδικασία αποχώρησής της από το ΔΠΔ και θα εκτελούσε τα εντάλματα σύλληψης που εκείνο έχει εκδώσει, συμπεριλαμβανομένου αυτού που αφορούσε τον Νετανιάχου.
Ερωτηθείς από δημοσιογράφο σχετικά με το γεγονός ότι είχε προσκαλέσει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό στη Βουδαπέστη στις 23 Οκτωβρίου για την 70η επέτειο από την εξέγερση κατά των Σοβιετικών το 1956, ο Μαγιάρ είχε διευκρινίσει ότι προσκάλεσε όλους τους ηγέτες με τους οποίους είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά.
Μόνο το Μπουρούντι και οι Φιλιππίνες έχουν αποχωρήσει από το ΔΠΔ, το οποίο εδρεύει στη Χάγη ιδρύθηκε το 2002 και διώκει πρόσωπα που κατηγορούνται για ωμότητες, όπως εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονίες.