Site icon NewsIT

ΗΠΑ: Δεύτερη φορά… “λουκέτο” στο κράτος

09.02.2018 | 08:10
ΗΠΑ

Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες εβδομάδες μπαίνει "λουκέτο" στο ομοσπονδιακό κράτος. Οι ΗΠΑ σε νέες… περιπέτειες και όλοι περιμένουν την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ.

Το Κογκρέσο δεν μπόρεσε να τηρήσει την προθεσμία για την ανανέωση της χρηματοδότησης που απαιτείτο ώστε να αποτραπεί η αναστολή λειτουργίας δημοσίων υπηρεσιών των ΗΠΑ. Η προθεσμία τελείωσε τα μεσάνυχτα (07:00 ώρα Ελλάδας).

Η κυβέρνηση, μετά την εξέλιξη αυτή, ενημέρωσε τους δημοσίους υπαλλήλους να μην… πάνε για δουλειά την Παρασκευή αν πρώτα δεν μιλήσουν με τις υπηρεσίες τους. Όπως τους έγινε γνωστό, λόγω της διακοπής της χρηματοδότησης, η λειτουργία των ομοσπονδιακών υπηρεσιών -εν μέρει τουλάχιστον- θα ανασταλεί.

Shutdown σημαίνει αναστολή λειτουργίας ομοσπονδιακών υπηρεσιών: η κυβέρνηση δεν θα διαθέτει πλέον πιστώσεις και από τεχνική άποψη θα στείλει στο ταμείο ανεργίας εκατοντάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους — για δεύτερη φορά φέτος.

Δεύτερη φορά λουκέτο στις ΗΠΑ

Είναι η δεύτερη φορά που θα ανασταλεί εν μέρει η λειτουργία υπηρεσιών του ομοσπονδιακού κράτους μέσα σε τρεις εβδομάδες. Είχε προηγηθεί η αποτυχία του αμερικανικού κοινοβουλίου να εγκρίνει σχέδιο νόμου βάσει του συμβιβασμού στον οποίο είχαν καταλήξει οι ρεπουμπλικάνοι και οι δημοκρατικοί.

Η πρώτη παράλυση του δημόσιου τομέα στις ΗΠΑ είχε σημειωθεί την 20ή Ιανουαρίου (σ.σ. στα… πρώτα γενέθλια του Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρος)  και διήρκεσε τρεις ημέρες.

Ο άνθρωπος που… έκλεισε το κράτος

Το όνομά του είναι Ραντ Πολ. Είναι φιλελεύθερος Ρεπουμπλικάνος Γερουσιαστής. Θεωρείται “γεράκι” στα δημοσιονομικά θέματα. Είναι ο άνθρωπος που καθυστέρησε τη διαδικασία έγκρισης του συμβιβασμού μεταξύ των ρεπουμπλικάνων και των δημοκρατικών για τη χρηματοδότηση του κράτους την επόμενη διετία. Πως; Καταθέτοντας τροπολογία που προβλέπει την επανεπιβολή ορίου του ομοσπονδιακού χρέους.

Ο Ραντ Πολ – Φωτογραφία EPA

Σημειώνεται ότι ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ και ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των δημοκρατικών στην άνω Βουλή, ο Τσακ Σούμερ, είχαν καταλήξει σε συνεννόηση για το ύψος των προϋπολογισμών του 2018 και του 2019.

Πως θα αποτραπεί το “λουκέτο”

Για να αποτραπεί το διαβόητο shutdown, η πρόταση νόμου που προβλέπει τη χρηματοδότηση του κράτους μέχρι το 2019 θα έπρεπε να είχε ψηφιστεί ως τα μεσάνυχτα από τη Γερουσία, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και να σταλεί στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ προς επικύρωση.

Οι εργασίες της Γερουσίας άρχισαν ξανά στις 07:01 και αναμενόταν να γίνει μια νέα ψηφοφορία μία ώρα αργότερα (στις 08:00 ώρα Ελλάδας).

Αν συγκεντρωθούν οι απαραίτητες 60 ψήφοι και εγκριθεί, κατόπιν το νομοσχέδιο θα «πάει» στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου όμως συναντά επίσης αντιστάσεις, για να υπερψηφιστεί πριν καταλήξει στο Οβάλ Γραφείο.

Η αναστολή της λειτουργίας του ομοσπονδιακού κράτους μπορεί να αποδειχθεί πολύ σύντομη. Όμως, “δείχνει” την πόλωση στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό παρότι ο συμβιβασμός που προτάθηκε είχε την υποστήριξη ηγετικών στελεχών τόσο των δημοκρατικών όσο και του GOP.

Ο προϋπολογισμός

Η συμφωνία είχε στόχο να τερματιστούν για σχεδόν μια διετία οι διαρκείς αναζητήσεις συμβιβασμών για τη αναχρηματοδότηση του ομοσπονδιακού κράτους. Αυτού δηλαδή που έχει γίνει… κανόνας κι εμποδίζει το αμερικανικό δημόσιο να κάνει έστω λίγο πιο μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς για τις δαπάνες του και τις επενδύσεις του.

Το σχέδιο δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να τηρήσει μια από τις προεκλογικές υποσχέσεις του: την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών, με την αύξηση του ορίου του ομοσπονδιακού χρέους μέχρι τον Μάρτιο του 2019.

Οι δημοκρατικοί από την πλευρά τους εξασφαλίζουν μια συγκρίσιμη αύξηση δαπανών για μη στρατιωτικής φύσης σκοπούς, όπως η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης των οπιοειδών, η ασφαλιστική κάλυψη των φτωχότερων παιδιών, οι επενδύσεις στις υποδομές, η χορήγηση ομοσπονδιακής βοήθειας ύψους 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εκείνες τις αμερικανικές Πολιτείες που επλήγησαν από καταστροφές, κυκλώνες και πυρκαγιές, το 2017.

Συνολικά η αύξηση των δημοσίων δαπανών αναμένεται να ανέλθει σε 300 δισεκ. δολάρια κατ’ έτος, σύμφωνα με μια πηγή προσκείμενη στη Γερουσία.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Κόσμος Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version