Για την υπόθεση του Τζέφρι Επστάιν συμφώνησαν να καταθέσουν ο Μπιλ Κλίντον και η Χίλαρι Κλίντον ενώπιον επιτροπής έρευνας του αμερικανικού κοινοβουλίου προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα.
Ο Μπιλ Κλίντον και σύζυγός του Χίλαρι κινδύνευαν να μπουν στο στόχαστρο ποινικής δίωξης για παρακώλυση του έργου του Κογκρέσου εξαιτίας της άρνησής τους να καταθέσουν τα όσα γνωρίζουν για τον Τζέφρι Επστάιν.
«Διαπραγματεύτηκαν με καλή πίστη, δεν το κάνατε. Σας είπαν ενόρκως τι γνωρίζουν, δεν σας ενδιαφέρει», ανέφερε μέσω X ο εκπρόσωπος, ο Άνχελ Ουρένια, απαντώντας σε μήνυμα των ρεπουμπλικάνων της επιτροπής που απαίτησε το ζευγάρι να προσέλθει να καταθέσει όσον αφορά τις σχέσεις που είχε ο Μπιλ Κλίντον στο παρελθόν με τον Τζέφρι Έπστιν, πλούσιο χρηματομεσίτη αλλά ταυτόχρονα δημιουργό εγκληματικού κυκλώματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης νεαρών γυναικών και ανηλίκων κοριτσιών.
«Ο πρώην πρόεδρος και η πρώην υπουργός Εξωτερικών θα είναι εκεί. Ανυπομονούν να δημιουργήσουν (σ.σ. νομικό) προηγούμενο που θα έχει εφαρμογή στους πάντες», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος του κ. Κλίντον.
They negotiated in good faith. You did not.
— Angel Ureña (@angelurena) February 2, 2026
They told you under oath what they know, but you don’t care.
But the former President and former Secretary of State will be there.
They look forward to setting a precedent that applies to everyone. https://t.co/iO67XjNFsT
Από την άλλη, σοβαρές επιφυλάξεις για τη συμφωνία που βρίσκεται στο τραπέζι εξέφρασε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εποπτείας, Τζέιμς Κόμερ, τονίζοντας πως κρίσιμες λεπτομέρειες παραμένουν θολές. Όπως σημείωσε, δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα, ενώ οι δεσμεύσεις που έχουν ανακοινωθεί δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένους όρους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποδοχή της πρότασης δεν ήταν αποτέλεσμα ουσιαστικής σύγκλισης, αλλά προϊόν πολιτικής πίεσης. Όπως υποστήριξε, η άλλη πλευρά προχώρησε σε συμφωνία μόνο όταν η Βουλή ενεργοποίησε τη διαδικασία της μομφής για περιφρόνηση του Κογκρέσου.
Ο Κόμερ ξεκαθάρισε ότι προτεραιότητά του είναι να αποσαφηνιστούν πλήρως οι όροι της συμφωνίας και κατόπιν να τεθούν προς συζήτηση τα επόμενα βήματα με τα μέλη της Επιτροπής.
