Η πριγκίπισσα Μπατζρακιτιγιάμπα Μαχιντόλ, γνωστή και ως «Πριγκίπισσα Bha», η μεγαλύτερη κόρη του βασιλιά της Ταϊλάνδης, Μάχα Βατζιραλονγκόρν, πέθανε την Πέμπτη 11.06.2026 σε ηλικία 47 ετών, νοσοκομείο της Μπανγκόκ, έπειτα από τρία χρόνια σε κώμα, σύμφωνα με ανακοίνωση του Βασιλικού Οίκου της χώρας.
Η είδηση του θανάτου της πριγκίπισσας Μπατζρακιτιγιάμπα της Ταϊλάνδης, σηματοδοτεί το τέλος μιας μακράς και δραματικής περιπέτειας υγείας που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2022.
Η Μπατζρακιτιγιάμπα – δικηγόρος και ένα από τα πιο προβεβλημένα μέλη της βασιλικής οικογένειας διεθνώς – νοσηλευόταν από τον Δεκέμβριο του 2022, όταν έχασε τις αισθήσεις της κατά τη διάρκεια εκπαίδευσης σκύλων. Σύμφωνα με το Associated Press, το παλάτι είχε ανακοινώσει ότι είχε προσβληθεί από λοίμωξη που προκλήθηκε από μυκόπλασμα.
Η μάχη για τη ζωή της
Από τη στιγμή της κατάρρευσής της, η πριγκίπισσα παρέμεινε σε κρίσιμη κατάσταση και ουσιαστικά δεν ανέκτησε ποτέ τις αισθήσεις της. Το παλάτι δημοσιοποιούσε ελάχιστες πληροφορίες για την υγεία της, ωστόσο οι ανακοινώσεις των τελευταίων μηνών σκιαγραφούσαν μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση.
Τον Αύγουστο του 2025, οι γιατροί είχαν γνωστοποιήσει ότι είχε εμφανίσει σοβαρή λοίμωξη στο αίμα, η οποία απαιτούσε εντατική φαρμακευτική αγωγή και συνεχή υποστήριξη της αρτηριακής πίεσης. Παράλληλα, οι πνεύμονες και οι νεφροί της λειτουργούσαν με τη βοήθεια ιατρικών μηχανημάτων και ειδικής θεραπείας.
Τον Μάιο του 2026, το παλάτι ανακοίνωσε ότι παρουσίαζε ασταθή ζωτικά σημεία, χαμηλή αρτηριακή πίεση, καρδιακές αρρυθμίες και προβλήματα στην πήξη του αίματος, εντείνοντας τις ανησυχίες για την κατάστασή της.
Μια πριγκίπισσα με ισχυρή ακαδημαϊκή και επαγγελματική πορεία
Η πριγκίπισσα θεωρούνταν ένα από τα πιο δραστήρια και αναγνωρίσιμα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Ταϊλάνδης στη διεθνή σκηνή.
Γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1978 και ήταν το πρώτο παιδί του βασιλιά Βατζιραλονγκόρν και της πρώην συζύγου του, Princess Soamsawali.
Σε αντίθεση με την παραδοσιακή εικόνα μιας πριγκίπισσας που περιορίζεται σε τελετουργικά καθήκοντα, ακολούθησε μια εντυπωσιακή ακαδημαϊκή και επαγγελματική διαδρομή. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Θαμμασάτ της Ταϊλάνδης και στη συνέχεια απέκτησε μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο από το Cornell University.
Αργότερα εργάστηκε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ταϊλάνδης στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη, ενώ μετά την επιστροφή της στην πατρίδα της υπηρέτησε ως εισαγγελέας.
Διετέλεσε πρέσβειρα της Ταϊλάνδης στην Αυστρία από το 2012 έως το 2014 και το 2017 ορίστηκε πρέσβειρα καλής θέλησης του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα.
Το έργο της επικεντρώθηκε κυρίως στη μεταρρύθμιση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και στη βελτίωση των συνθηκών κράτησης των γυναικών στις φυλακές. Υπήρξε μάλιστα μία από τις βασικές προσωπικότητες πίσω από την υιοθέτηση των λεγόμενων «Κανόνων της Μπανγκόκ» από τον ΟΗΕ το 2010, ενός διεθνούς πλαισίου που αφορά τη μεταχείριση των γυναικών κρατουμένων και τις εναλλακτικές ποινές για γυναίκες παραβάτες.
«Μια κοινωνία δεν μπορεί να αναπτυχθεί όταν κυριαρχούν η αστάθεια και η αδικία. Χωρίς κράτος δικαίου και χωρίς ένα αποτελεσματικό σύστημα δικαιοσύνης επικρατεί χάος», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της το 2013, υπογραμμίζοντας τη σημασία της δικαιοσύνης για την οικονομική ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Νέα ερωτήματα για τη διαδοχή στον θρόνο
Ο θάνατός της αναζωπυρώνει τις συζητήσεις γύρω από το μέλλον της ταϊλανδικής μοναρχίας.
Παρότι η πριγκίπισσα δεν είχε οριστεί επισήμως διάδοχος, πολλοί τη θεωρούσαν πιθανή μελλοντική μονάρχη λόγω της δημοφιλίας, της διεθνούς παρουσίας και της πολυετούς δημόσιας προσφοράς της.
Ο βασιλιάς δεν έχει ανακοινώσει επίσημα τον διάδοχό του. Θεωρητικά, πρώτος στη γραμμή διαδοχής βρίσκεται ο 21χρονος γιος του, πρίγκιπας Ντιπανγκόρν Ρασμιτζότι, καθώς στην ταϊλανδική βασιλική παράδοση οι άνδρες προηγούνται των γυναικών.
Ωστόσο, η περίπτωση της Μπατζρακιτιγιάμπα είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, καθώς από το 1974 η νομοθεσία της χώρας επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, την άνοδο γυναίκας στον θρόνο – κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ στην ιστορία της Ταϊλάνδης.
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί της μιλούν για μια γυναίκα που δεν περιοριζόταν στον συμβολικό της ρόλο.
Ο Τζέρεμι Ντάγκλας, ανώτερο στέλεχος του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα, θυμήθηκε ότι η πριγκίπισσα αφιέρωνε αμέτρητες ώρες σε συναντήσεις και συζητήσεις αναζητώντας πρακτικές λύσεις για κοινωνικά προβλήματα.
«Πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας προωθούσε συνεχώς τις ιδέες της, συναντούσε ανθρώπους και αναζητούσε τρόπους για να γίνουν τα πράγματα καλύτερα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η πριγκίπισσα Μπατζρακιτιγιάμπα αφήνει πίσω τους γονείς της και έξι ετεροθαλή αδέλφια.
