Σημαντικές διαστάσεις λαμβάνει τις τελευταίες ημέρες η ενεργειακή κρίση, με τις τιμές σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρισμό να έχουν πάρει την ανιούσα. Στο επίκεντρο βρίσκονται αφενός οι θεμελιώδεις δυνάμεις της αγοράς, αλλά και το γεωπολιτικό premium που παραμένει υψηλότατο.
Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι τα μέτρα ανάσχεσης των ενεργειακών τιμών δείχνουν να μην έχουν το ίδιο αποτέλεσμα πλέον, όπως στους μήνες που προηγήθηκαν. Τα διαρκή «μπρος-πίσω» του προέδρου Τραμπ μπόρεσαν και συγκράτησαν το WTI και το Brent όλο το προηγούμενο εξάμηνο. Τώρα, όμως, βλέπουμε μια άλλη ρητορική εκ μέρους των ΗΠΑ και μια παγιωμένη κατάσταση στον Περσικό Κόλπο, ο οποίος έχει «ουκρανοποιηθεί». Έτσι, η ενεργειακή κρίση δεν βρίσκει διέξοδο στρατιωτικά ή διπλωματικά.
Χθες κυκλοφόρησαν δημοσιεύματα που θέλουν τον Αμερικανό πρόεδρο να σκέφτεται να διακηρύξει μονομερώς το τέλος του πολέμου. Ταυτόχρονα, ήταν η πρώτη ημέρα όπου σημειώθηκαν ιρανικές επιθέσεις στην περιοχή, δίχως να έχουν προηγηθεί αντίστοιχες αμερικανικές. Σε προηγούμενες ημέρες είδαμε και αμερικανικές επιθέσεις εκτός του – παραδοσιακού πλέον – σαββατοκύριακου, όταν δηλαδή τα χρηματιστήρια είναι κλειστά.
Το μήνυμα που εισπράττει η αγορά ενέργειας από όλα αυτά είναι ότι η έλλειψη εφοδιασμού λαμβάνει πλέον μόνιμο χαρακτήρα και κανείς δεν μπορεί να τη σταματήσει. Η πληγή στον Περσικό Κόλπο θα μείνει ανοικτή για το ορατό μέλλον και άπαντες καλούνται να τοποθετηθούν κατάλληλα.
Αργό και καύσιμα κοιτάνε ψηλά
Ως αποτέλεσμα, οι ελλείψεις στο πετρέλαιο περνούν πλέον πιο άμεσα στις τιμές και το γεωπολιτικό premium αυξάνεται. Όλα αυτά ενώ η άντληση από τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που αποφασίστηκε το Μάρτιο, έχει φτάσει πλέον σχεδόν στο τέλος της, αφήνοντας τις αποθήκες απομειωμένες. Στις ΗΠΑ βρίσκονται πλέον κοντά στο θεωρητικό ελάχιστο των 260-270 εκατ. βαρελιών που θέτει το Κογκρέσο. Έτσι, ένα σημαντικό «μαξιλάρι» παύει να υφίσταται και με βάση τις δηλώσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ), δεν υπάρχει σχέδιο για νέα αποδέσμευση προς το παρόν.
Στα καύσιμα η εικόνα είναι χειρότερη από ότι στο αργό πετρέλαιο. Το spread μεταξύ του ντίζελ και του Brent βρίσκεται στα ύψη, υπό το βάρος και των ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικά διϋλιστήρια. Το Κίεβο ανακοίνωσε χθες ότι μέσα στον Αύγουστο έπληξε 11 μεγάλες ρωσικές μονάδες, ενώ η Μόσχα έχει κόψει τις εξαγωγές και εισάγει καύσιμα από χώρες όπως η Ινδία.
Ανακούφιση δεν προσφέρει η εξέλιξη του ισοζυγίου ζήτησης και παραγωγής πετρελαίου. Η ζήτηση δείχνει να έχει παραμείνει σταθερή διεθνώς και αυτό αποτελεί παράπλευρη συνέπεια της ρητορικής Τραμπ που δεν επέτρεψε στις τιμές να αυξηθούν και να τη διαβρώσουν. Η παραγωγή στις ΗΠΑ δεν αυξήθηκε καθόλου, παρά τα συνθήματα για «drill baby, drill». Νέες γεωτρήσεις σε άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως η Βενεζουέλα, χρειάζονται χρόνια για να αποφέρουν καρπούς.
Ο εφιάλτης του 2022 επιστρέφει στο αέριο
Το φυσικό αέριο είναι, όμως, το καύσιμο που απασχολεί πιο έντονα την Ευρώπη αυτή την περίοδο. Η αύξηση της δικής του τιμής είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι του πετρελαίου και οδηγεί σε ένα δύσκολο χειμώνα.
Το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο έτσι κι αλλιώς δεν απολαμβάνει την ίδια «ρητορική ασπίδα» όπως το πετρέλαιο από πυροσβεστικές δηλώσεις και μεθοδεύσεις του προέδρου Τραμπ. Κατ’ επέκταση, τα θεμελιώδη της αγοράς και η κερδοσκοπία έχουν πολύ πιο άμεσο αποτέλεσμα στη διαμόρφωση της δικής του τιμής.
Πάντως, το γεγονός ότι το συμβόλαιο TTF έχει ξεπεράσει πλέον τα 70 ευρώ/MWh και έχει επιστρέψει στα επίπεδα των αρχών του 2023 δεν έχει εύκολη εξήγηση.
Η Ευρώπη έχει χάσει τις προμήθειες του Κατάρ, που αντιστοιχούν περίπου στο 5% της κατανάλωσής της. Από μόνο του αυτό δεν θα έπρεπε να έχει μια τόσο μεγάλη επίδραση στις τιμές. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που η αμερικανική παραγωγή LNG αυξάνεται διαρκώς. Άλλωστε, υπολογισμοί διεθνών οίκων δείχνουν ότι η απώλεια του Κατάρ σχεδόν ισοσκελίζεται από τη νέα φετινή παραγωγή διεθνώς.
Κατ’ επέκταση, οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την Ευρώπη. Οι αποθήκες αερίου βρίσκονται σήμερα στο 66%, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 ετών εποχιακά.
Οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν είχαν επαρκή λόγο να αγοράσουν ποσότητες το φετινό καλοκαίρι έναντι υψηλής τιμής, καθώς φοβούνταν ότι το χειμώνα οι τιμές θα έπεφταν και θα είχαν ζημία. Την ίδια στιγμή, οι Βρυξέλλες και τα κράτη-μέλη δεν φρόντισαν να δώσουν ένα παραπάνω κίνητρο που θα ενίσχυε τις ποσότητες.
Το κατά πόσο τα 73 ευρώ που στοιχίζει σήμερα το TTF δικαιολογούνται από τα παραπάνω είναι ένα ανοικτό και ενδιαφέρον ερώτημα. Ο ρόλος της κερδοσκοπίας στο συγκεκριμένο εμπόρευμα είναι έντονος και έχει επισημανθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια από τους ειδικούς, δίχως να έχουν ληφθεί μέτρα αντιμετώπισής της.
Το «κοκτέιλ» που ανεβάζει τις τιμές στο ρεύμα
Έτσι, φτάνουμε στο ηλεκτρικό ρεύμα, όπου ένας συνδυασμός παραγόντων έχει ανεβάσει τις τιμές χονδρικής κοντά στα 200 ευρώ/MWh σε αρκετές χώρες, ιδίως της ΝΑ Ευρώπης.
Εδώ έχουμε μια σειρά από πολύ ευκρινείς λόγους που εξηγούν τις ανατιμήσεις: Η ξηρασία περιορίζει τη λειτουργία των πυρηνικών, υδροηλεκτρικών και λιγνιτικών μονάδων. Έτσι, χρειάζεται να λειτουργήσουν παραπάνω οι αντίστοιχες με φυσικό αέριο έναντι υψηλού κόστους καυσίμου.
Επιπρόσθετα, η ΝΑ Ευρώπη εξακολουθεί να έχει ελλιπείς διασυνδέσεις με την υπόλοιπη ήπειρο, πράγμα που χειροτερεύει τα πράγματα για την περιοχή μας.
Όσον αφορά την Ελλάδα, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια αντιστροφή της κατάστασης που μας προστάτευε από αυξήσεις προηγουμένως. Τελευταία ο εξωστρεφής χαρακτήρας της ελληνικής αγοράς έχει περιοριστεί αισθητά σε σύγκριση με περασμένους μήνες, καθώς διαμορφώνονται υψηλότερες τιμές τα μεσημέρια που δεν ευνοούν τις ίδιες εξαγωγές.
Οι παράγοντες που θα κρίνουν τη συνέχεια
Όπως είναι φυσικό, οι εξελίξεις σε Περσικό και Ουκρανία είναι οι πιο καθοριστικές για το τί μέλλει γενέσθαι από εδώ και πέρα. Με τους περισσότερους ειδικούς να συμφωνούν ότι τα πράγματα μάλλον θα γίνουν χειρότερα προτού βελτιωθούν.
Έπειτα, κεντρικό ερώτημα για την Ευρώπη είναι οι βροχές που θα φέρει το φετινό χειμερινό εξάμηνο. Τα αποθέματα στους ταμιευτήρες και η στάθμη των ποταμών ξεκινούν από πολύ χαμηλότερη βάση σε σχέση με περασμένα έτη. Αν τυχόν υπάρξει νέα ξηρασία, τότε οι συνέπειες για το 2027 θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερες από ότι ήταν φέτος.
Τέλος, πιθανός ανασχετικός παράγοντας είναι το τεράστιο Ελ Νίνιο που αναμένεται φέτος και παραδοσιακά οδηγεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι αν η μέση θερμοκρασία το χειμώνα είναι 2 βαθμούς Κελσιου υψηλότερη από το φυσιολογικό, τότε τα πράγματα θα γίνουν πολύ ευκολότερα για το ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης, καθώς η ζήτηση θα πέσει σημαντικά
