Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) εξέφρασε έντονα παράπονα προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σχετικά με τον τρόπο που διαχειρίζονται τη νέα ενεργειακή κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στο Ιράν.
Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Άλφρεντ Κάμερ, τονίζει πως οι περισσότερες κυβερνήσεις της ΕΕ αποτυγχάνουν στην προσπάθεια να περιορίσουν τις επιπτώσεις που προκαλεί η ενεργειακή κρίση στις οικονομικά ευάλωτες ομάδες των ευρωπαίων πολιτών.
Επισήμανε ότι τα 2/3 των οικονομικών μέτρων που έλαβαν οι κυβερνήσεις στην ΕΕ δεν είχαν τη σωστή στόχευση, ακόμα και αν πράγματι αποσκοπούσαν στην άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης.
Όπως σημείωσε ο ίδιος, οι κυβερνήσεις με πολύ «στενά» δημοσιονομικά πλαίσια χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές. «Υπάρχουν ορισμένες χώρες που δεν διαθέτουν δημοσιονομικό χώρο και δεν μπορούν να αντέξουν στην πραγματικότητα κανένα μέτρο, εάν δεν το αντισταθμίσουν με αντίστοιχες προσαρμογές στον προϋπολογισμό. Βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση όσον αφορά τον δημοσιονομικό χώρο που διαθέτουν. Και πρέπει να είναι προσεκτικές ώστε να μην υπάρξει αντίδραση των αγορών».
Ο Κάμερ έθιξε το ζήτημα των σωστών πολιτικών αποφάσεων στην κατάλληλη στιγμή και δήλωσε στους Financial Times ότι ακόμα και αν οι αρχικές προσπάθειες για τη στήριξη των καταναλωτών από τις υψηλές τιμές ενέργειας είναι περιορισμένες, οι Βρυξέλλες και οι κυβερνήσεις των κρατών – μελών θα διαπιστώσουν ότι είναι πολιτικά δύσκολο να τις ανακαλέσουν, οδηγώντας σε αυξανόμενα δημοσιονομικά βάρη με την πάροδο του χρόνου.
Παράλληλα, κατηγόρησε με έμμεσο τρόπο τους ηγέτες της ΕΕ για ανετοιμότητα και διδάγματα που δεν πήραν από την ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. «Είναι σαφές ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ δεν λαμβάνουν υπόψη τα διδάγματα του 2022», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κάμερ.
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του ΔΝΤ, οι δαπάνες για οριζόντια μέτρα δεν θα έχουν μακροπρόθεσμα θετική κατάληξη «Πρέπει να γίνει αυτή η συζήτηση με τους πολίτες, να ειπωθεί πως (αυτά τα μέτρα) αποτελούν έναν πολύ δαπανηρό τρόπο χρήσης των φορολογικών εσόδων, ιδίως όταν υπάρχουν και άλλες ανάγκες δαπανών».
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ δαπάνησαν το 2,5% του ΑΕΠ σε παρεμβάσεις στην ενέργεια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Συγκριτικά, τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί μέχρι στιγμής στην ΕΕ ανέρχονται κατά μέσο όρο μόλις στο 0,18% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, αυτό το σχετικά περιορισμένο δημοσιονομικό βάρος θα αυξηθεί εάν οι περιορισμοί στην προσφορά ενέργειας αποδειχθούν παρατεταμένοι και ο Κάμερ προειδοποιεί ότι τα όποια μέτρα λαμβάνονται κάνουν το κόστος να αυξάνεται όσο συνεχίζεται ο πόλεμος και υπάρχει κίνδυνος «εγκλωβισμού» των κυβερνήσεων.
Προειδοποίησε πως μέτρα όπως τα πλαφόν τιμών ή οι φορολογικές μειώσεις που καταστέλλουν τα σήματα της αγοράς που δημιουργούνται από τις υψηλές τιμές. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διατήρηση υψηλής ζήτησης σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει το κίνητρο για στροφή σε άλλες πηγές ενέργειας, όπως οι ανανεώσιμες, υποστήριξε.
Περισσότερο από το 90% των χωρών της ΕΕ έχουν υιοθετήσει τουλάχιστον ένα μέτρο που στρεβλώνει τις τιμές κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης, σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ και «όταν παρατηρούνται τέτοιες αυξήσεις τιμών, αυτό θα υπεδείκνυε στροφή προς εναλλακτικές μορφές ενέργειας».
