Site icon NewsIT
18:21 Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Καραμούζης (Εθνική Τράπεζα): Έως το 2030 αναμένονται 20 δισ. ευρώ σε ΑΠΕ και αποθήκευση – Οι προκλήσεις για τις τράπεζες

Ο ίδιος τόνισε πως η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να είναι όχι μόνο πράσινη, αλλά και χρηματοδοτήσιμη (bankable)

Στις μεγάλες διαρθρωτικές προκλήσεις, στην αγορά των ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας) αλλά και στο ρόλο των τραπεζών στάθηκε ο Βασίλης Καραμούζης, γενικός διευθυντής εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας.

Σε ομιλία του στο 10ο Ενεργειακό Φόρουμ Νοτιοανατολικής Ευρώπης, που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη, ο γενικός διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας αναγνώρισε τα σημαντικά βήματα της Ελλάδας στην ενεργειακή μετάβαση, με τις ΑΠΕ να καλύπτουν το 2025 πάνω από το 50% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και την εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ να ξεπερνά τα 18 GW.

Την ίδια ώρα, ο αναθεωρημένος Εθνικός Σχεδιασμός για την ενέργεια και το κλίμα θέτει ακόμη υψηλότερα τον πήχη, με στόχο τα 28 GW και συμμετοχή των ΑΠΕ περίπου 80% έως το 2030.

Ωστόσο, επισήμανε ότι πίσω από την εντυπωσιακή ανάπτυξη αναδύονται σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις, οι οποίες επηρεάζουν πλέον όχι μόνο την απόδοση των επενδύσεων αλλά και τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων έργων.

Κυριότερη είναι η εκθετική αύξηση των περικοπών παραγωγής ΑΠΕ από 228 GWh το 2023 σε 1.867 GWh το 2025, ή 6,6% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ. Το 2026 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν το 10%, μετατρέποντας τις περικοπές ΑΠΕ, από τεχνικό ζήτημα, σε ουσιαστικό κίνδυνο για την τραπεζική χρηματοδότηση έργων.

Ο Βασίλης Καραμούζης θεωρεί ότι η αποθήκευση ενέργειας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, καθώς οι μπαταρίες και οι λοιπές τεχνολογίες αποθήκευσης μπορούν να απορροφούν την πλεονάζουσα παραγωγή ΑΠΕ, να τη διαθέτουν στο σύστημα όταν υπάρχει αυξημένη ζήτηση και να περιορίζουν τόσο τις περικοπές όσο και τις ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών.

Παρά τις δημοπρασίες για 900 MW μπαταριών την περίοδο 2023-2025, η εγκατεστημένη ισχύς αναμένεται να φτάσει μόλις τα 700 MW έως το τέλος του 2026, έναντι στόχου 4,3 GW το 2030.

Προαναγγελία για 20 δισ. έως το 2030

Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας, μέχρι το 2030 αναμένονται στην Ελλάδα επενδύσεις περίπου 20 δισ. σε ΑΠΕ και αποθήκευση, εκ των οποίων 7,5-10 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι θα χρηματοδοτηθούν από τις ελληνικές τράπεζες.

Ο Βασίλης Καραμούζης τόνισε ότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον κινδύνου, καθώς η εποχή των πλήρως εξασφαλισμένων εσόδων μέσω σταθερών τιμών υποχωρεί και οι τράπεζες καλούνται να χρηματοδοτούν έργα με μεγαλύτερη έκθεση στις διακυμάνσεις της αγοράς.

Αυτό απαιτεί μεγαλύτερη εξειδίκευση σε νέες κατηγορίες επενδύσεων – από αποθήκευση, υπεράκτια αιολικά και data centers έως υποθαλάσσιες διασυνδέσεις – αλλά και πιο ενεργή συμμετοχή των τραπεζών ήδη από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού των έργων.

Παράλληλα, απαιτούνται καινοτόμα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου, με τον ίδιο να φέρνει ως παράδειγμα το Energy Baseload Swap της Εθνικής Τράπεζας, το πρώτο του είδους του στην Ελλάδα, που περιορίζει την έκθεση στη μεταβλητότητα των τιμών και συμβάλλει στη σταθεροποίηση των ταμειακών ροών παραγωγών και καταναλωτών.

Η Εθνική Τράπεζα, σύμφωνα με τον Β. Καραμούζη έχει ήδη αναλάβει κομβικό ρόλο σε εμβληματικές συναλλαγές. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι σαφές για τον γενικό διευθυντή: η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να είναι όχι μόνο πράσινη, αλλά και χρηματοδοτήσιμη (bankable). Και αυτό προϋποθέτει υποδομές, σωστή κατανομή κινδύνων, καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία και στενή συνεργασία τραπεζών, επενδυτών και Πολιτείας.

Έντονη πίεση στο δίκτυο

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι ότι το δίκτυο στην Ελλάδα υφίσταται έντονη πίεση, με τα αιτήματα σύνδεσης για έργα ΑΠΕ που εκκρεμούν να είναι ισχύος άνω των 30 GW. Ο ρυθμός επέκτασης του δικτύου εξακολουθεί να υστερεί, παρά το γεγονός ότι ο ΑΔΜΗΕ έχει διευρύνει το δεκαετές πλάνο του στα 7,8 δισ. ευρώ, ενώ ο ΔΕΔΔΗΕ υλοποιεί πρόγραμμα ύψους 3 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, ο γενικός διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, αναφέρει πως το περιβάλλον των τιμών χονδρικής έχει επιδεινωθεί, καθώς αν και η μέση τιμή της αγοράς επόμενης ημέρας κυμάνθηκε στα επίπεδα των 100–105 ευρώ/MWh κατά την περίοδο 2024–2025, παρατηρείται έντονη ενδοημερήσια μεταβλητότητα.

Μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 240 ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές, έναντι μόλις 13 ωρών το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Επιπλέον, η αγορά των Διμερών Συμβάσεων Πώλησης Ηλεκτρικής Ενέργειας (PPA) παραμένει περιορισμένη, ενώ μόλις το 35%–40% της εγκατεστημένης ισχύος λειτουργεί βάσει συμβάσεων σταθερής τιμής, με το υπόλοιπο τμήμα να είναι εκτεθειμένο στις διακυμάνσεις της αγοράς.

Όπως επισήμανε ο ίδιος, οι διαρθρωτικές αυτές προκλήσεις αυξάνουν το επενδυτικό ρίσκο και μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα τόσο στους επενδυτές όσο και στις τράπεζες σε σχέση με επενδύσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, ενώ εάν τα συγκεκριμένα ζητήματα δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά και σε σύντομο χρονικό διάστημα, υπάρχει κίνδυνος να περιοριστούν τόσο τα έργα που μπορούν να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση όσο και το ενδιαφέρον για την υλοποίηση νέων επενδύσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διεθνείς ενεργειακές διασυνδέσεις, οι οποίες μπορούν να ενισχύσουν τον ρόλο της Ελλάδας ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου, σύμφωνα με τον Βασίλη Καραμούζη. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του «Κάθετου Διαδρόμου», μέσω του οποίου οι υποδομές υποδοχής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) της Ελλάδας συνδέονται με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίστοιχα, οι διασυνδέσεις υψηλής τάσης με την Κύπρο και το Ισραήλ μέσω του έργου «Great Sea Interconnector», αλλά και η διασύνδεση GREGY Ελλάδας – Αιγύπτου, ενισχύουν τη θέση της χώρας σε ένα ευρύτερο διηπειρωτικό ενεργειακό δίκτυο.

Υπογράμμισε τη σημασία της συνέχισης των επενδύσεων και σε παραδοσιακές πηγές ενέργειας, οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις ανανεώσιμες πηγές κατά την περίοδο της ενεργειακής μετάβασης, επισημαίνοντας πως το φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει αυτόν τον συμπληρωματικό ρόλο, προσφέροντας στο ενεργειακό σύστημα την αναγκαία ευελιξία. Έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νέα μονάδα συνδυασμένου κύκλου ισχύος 840 MW στην Αλεξανδρούπολη, μια επένδυση ύψους 400 εκατ. ευρώ που χρηματοδοτείται από την Εθνική Τράπεζα, σε συνδυασμό με το γειτονικό FSRU.

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version