Ισχυρές αναταράξεις εξακολουθούν να πλήττουν τις διεθνείς αγορές ομολόγων, με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων στην Ευρώπη να εκτινάσσονται σε επίπεδα που σε αρκετές περιπτώσεις παραπέμπουν στις κρίσεις χρέους του 2012 και του 2008.
Οι πιέσεις έχουν φτάσει και στην ελληνική αγορά ομολόγων, όπου το περιθώριο απόδοσης έναντι των γερμανικών τίτλων ξεπέρασε το 1%, δηλαδή τις 100 μονάδες βάσης, κυρίως λόγω της υποχώρησης της απόδοσης του γερμανικού Bund, ομοσπονδιακό ομόλογο που λειτουργεί ως ασφαλές καταφύγιο για τους επενδυτές, ενώ η διάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους περιορίζει την έκθεση της χώρας στις διεθνείς αναταράξεις.
Παρά τη διεθνή αναταραχή, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής αγοράς χρέους, καθώς αν και εξακολουθεί να έχει έναν από τους υψηλότερους λόγους δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των δανειακών της υποχρεώσεων έχει μακροπρόθεσμες λήξεις και σταθερό κόστος χρηματοδότησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πρόσφατη διπλή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους Moody’s και Scope, η οποία πραγματοποιείται ενώ οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται από δύο πολέμους και μια μεγάλη ενεργειακή κρίση που ασκεί πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Το προφίλ του ελληνικού δημόσιου χρέους περιορίζει την ανάγκη άμεσης αναχρηματοδότησης μεγάλου μέρους του στις σημερινές υψηλές αποδόσεις. Έτσι, μια αύξηση της απόδοσης του ελληνικού 10ετούς ομολόγου από το 3,8% προς το 4,5% δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάλογη επιβάρυνση στο κόστος εξυπηρέτησης του συνόλου του χρέους.
Άλλωστε, το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τις τρέχουσες αποδόσεις της αγοράς. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) στα μέσα του έτους, το ετήσιο κόστος διαμορφωνόταν περίπου στο 1,43%, ενώ έφτανε στο 1,94% εφόσον συνυπολογίζονταν οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF).
Η ανθεκτικότητα των ελληνικών ομολόγων
Παρά τις πιέσεις που δέχεται η ευρωζώνη, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα διατηρούν ευνοϊκότερα περιθώρια απόδοσης σε σχέση με τους αντίστοιχους τίτλους άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι η ελληνική αγορά κρατικού χρέους έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στη διεθνή άνοδο των αποδόσεων, ενώ επισημαίνει πως η αύξηση των ελληνικών επιτοκίων αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις πιέσεις που επικρατούν στις διεθνείς αγορές, ενώ η συνεχιζόμενη βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας εξακολουθεί να στηρίζει τους ελληνικούς τίτλους.
Σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννη Στουρνάρα, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εμφανίζουν ισχυρή ανθεκτικότητα, με τη διεθνή αγορά να τα τιμολογεί πλέον περισσότερο κοντά σε χώρες πιστοληπτικής διαβάθμισης «A» παρά σε οικονομίες με αξιολόγηση «BBB».
Η μεταβολή αυτή στην αντίληψη των επενδυτών για τον κίνδυνο του ελληνικού χρέους στηρίζεται σε μια σειρά οικονομικών και δημοσιονομικών δεδομένων και σύμφωνα με την ΤτΕ, οι επενδυτές προεξοφλούν τη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, προσφέροντας αποδόσεις που αντιστοιχούν σε σημαντικά υψηλότερες πιστοληπτικές αξιολογήσεις.
Παράλληλα, η στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής διμερών δανείων, συνολικού ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ έως το 2026, ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τις αγορές. Στο πλαίσιο των κινήσεων για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, η Ελλάδα προχώρησε και στην αποπληρωμή ποσού 2,5 δισ. ευρώ προς το EFSF, συνεχίζοντας να εκπέμπει θετικά μηνύματα προς τις διεθνείς αγορές.
Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Σε πρόσφατη έκθεσή του, ο γερμανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 107% του ΑΕΠ το 2031, από 136% το 2026 και 128% το 2027.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αυτές, η Ελλάδα θα διαθέτει το 2031 χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ όχι μόνο από την Ιταλία, την οποία αναμένεται να ξεπεράσει ήδη από φέτος ως προς τη μείωση του συγκεκριμένου δείκτη, αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο, προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Σημαντική ασπίδα προστασίας αποτελούν η δημοσιονομική πειθαρχία και οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οι οποίοι παραμένουν υψηλότεροι από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ το δημοσιονομικό πλεόνασμα για το 2026 αναμένεται να υπερβεί τις αρχικές εκτιμήσεις και η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί κατά 2% φέτος και να επιταχύνει στο 2,3% το 2027.
Πρόκειται για το τρίτο συνεχόμενο έτος θετικού δημοσιονομικού ισοζυγίου, με την πορεία αυτή να εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το 2027, όταν προβλέπεται πλεόνασμα 0,3% του ΑΕΠ.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών και οι διεθνείς επενδυτές
Οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές επηρέασαν και το χρηματιστήριο της Αθήνας, το οποίο δέχθηκε ισχυρές πιέσεις την Τετάρτη (7.10.2026) και την Πέμπτη. Η εξέλιξη αυτή θεωρούνταν αναμενόμενη, καθώς σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας οι επενδυτές τείνουν να ρευστοποιούν θέσεις που έχουν αποφέρει σημαντικά κέρδη.
Σύμφωνα με στοιχεία της Deutsche Bank, το Euronext Athens κατέλαβε την τρίτη θέση παγκοσμίως μεταξύ των επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων με τις υψηλότερες αποδόσεις κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Ειδικότερα, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά κατέγραψε απόδοση 11,3%, με υψηλότερες επιδόσεις να εμφανίζουν μόνο δύο βασικοί δείκτες του πετρελαίου, το Brent με άνοδο 42% και το αμερικανικό WTI με αύξηση 30%.
Η επίδοση αυτή εντάσσεται στη συνολικά θετική πορεία του χρηματιστηρίου της Αθήνας τα τελευταία πέντε χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων συγκαταλέγεται σταθερά στις αγορές με τις καλύτερες αποδόσεις διεθνώς.
Σημειώνεται πως το 2026 αποτελεί την έκτη συνεχόμενη χρονιά θετικής απόδοσης για τον Γενικό Δείκτη, με τη συνολική άνοδο από το τέλος του 2020 να φτάνει έως και το 231%.
Η εικόνα της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς έχει μεταβληθεί και στα μάτια των διεθνών επενδυτών, οι οποίοι δεν την αντιμετωπίζουν πλέον ως μια αγορά που βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης, αλλά ως επενδυτικό προορισμό. Η συμμετοχή των ξένων επενδυτών έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς το 2026 αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της ημερήσιας συναλλακτικής δραστηριότητας.
Την ίδια στιγμή, η συνολική κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου υπερβαίνει πλέον το 75% του ελληνικού ΑΕΠ, καταγράφοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας και αποτυπώνοντας τις βελτιωμένες προοπτικές της οικονομίας.
Η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές
Νέα δεδομένα για το ελληνικό χρηματιστήριο δημιουργεί η επιστροφή του στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών. Τον Σεπτέμβριο πραγματοποιήθηκε η επίσημη επανένταξη της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία αυτή από τρεις εκ των τεσσάρων μεγάλων διεθνών οίκων, τους STOXX, FTSE Russell και S&P Dow Jones Indices.
Η αναβάθμιση διευρύνει την πρόσβαση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στα διεθνή κεφάλαια, ενισχύοντας τη δυνατότητα προσέλκυσης μεγάλων θεσμικών επενδυτών με μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα. Παράλληλα, δημιουργεί προϋποθέσεις για υποχρεωτικές τοποθετήσεις από μεγάλα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs), τα οποία παρακολουθούν δείκτες ανεπτυγμένων αγορών των FTSE, MSCI και S&P.
Σύμφωνα με τη βρετανική τράπεζα HSBC, η Ελλάδα και το Euronext Athens αποτελούν την ευρωπαϊκή αγορά στην οποία τα επενδυτικά κεφάλαια διατηρούν τις μεγαλύτερες υπερεπενδεδυμένες θέσεις (overweight).
Μάλιστα, όπως επισημαίνει η HSBC, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, η Ελλάδα και το Χονγκ Κονγκ εμφανίζουν τις υψηλότερες overweight τοποθετήσεις σε διεθνές επίπεδο.
Πέρα από την αναβάθμιση και το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά αναμένεται να αντλήσει στήριξη από τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας, τη δημοσιονομική σταθερότητα, την κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών και τις εξελίξεις στον τραπεζικό και ενεργειακό τομέα.
Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα διατηρήσει για τα επόμενα χρόνια σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας, παραμένοντας το 2026 και το 2027 μεταξύ των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης.
Για έκτη συνεχόμενη χρονιά, ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας αναμένεται να είναι σχεδόν διπλάσιος από εκείνον της υπόλοιπης Ευρώπης, ενώ στο δημοσιονομικό πεδίο, τα στοιχεία κινούνται σε τροχιά υπεραπόδοσης, την ώρα που το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αποκλιμακώνεται. Οι διεθνείς οίκοι προβλέπουν ταχεία μείωση του ελληνικού χρέους, με τη Wood & Co να εκτιμά ότι ο λόγος του προς το ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 101,3% το 2030.
Σημαντική στήριξη στις αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών προσφέρει και η κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών, με τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026 να επιβεβαιώνουν τη δυναμική τους. Τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων διαμορφώθηκαν στα 7,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 32,7% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ η λειτουργική κερδοφορία ενισχύθηκε κατά 38,1%, με τα EBITDA να ξεπερνούν τα 10,77 δισ. ευρώ.
Ένας ακόμη παράγοντας στήριξης της ελληνικής αγοράς είναι ο περιορισμένος κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές τράπεζες από τις πιέσεις στις αγορές ομολόγων, σύμφωνα με τον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS. Όπως επισημαίνει ο οίκος, οι ελληνικές τράπεζες αποτιμούν ποσοστό άνω του 80% των κρατικών ομολόγων τους με τη μέθοδο του αποσβεσμένου κόστους, διακρατώντας τα έως τη λήξη τους.
Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δεν οδηγεί σε λογιστικές ζημιές για τα συγκεκριμένα ομόλογα, περιορίζοντας την έκθεση των τραπεζών στις διακυμάνσεις της αγοράς. Από την πλευρά της, η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους ωφελημένους από το περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.
