Tη σημασία που έχει η δυνατότητα κάθε χώρας να παράγει τη δική της ενέργεια και να μην εξαρτάται από άλλες, αλλά και τη σημασία της χθεσινής συνάντησης με τη Chevron και τη HELLENiQ ENERGY, ανέδειξε μεταξύ άλλων ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας σήμερα (16.6.2026) στην ΕΡΤ.
O Σταύρος Παπασταύρου τόνισε ότι στη συνάντηση Chevron και HELLENiQ ENERGY επιβεβαιώθηκε η ολοκλήρωση των διαδικασιών ώστε ο αμερικανικός κολοσσός ενέργειας να συμμετάσχει σε 5ο κατά σειρά θαλάσσιο οικόπεδο της χώρας μας, μαζί με τη HELLENiQ ENERGY, το Block 10 στα ανοιχτά του Κυπαρισσιακού Κόλπου, στη θαλάσσια περιοχή του νοτίου Ιονίου Πελάγους.
«Πρόκειται για μια πολύ θετική εξέλιξη, γιατί δείχνει ότι η χώρα μας, με τη Chevron και με την ExxonMobil, βρίσκεται στο ραντάρ των δύο μεγαλύτερων ενεργειακών εταιρειών του κόσμου. Και αυτό σημαίνει πολλά, διότι η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων χρειάζεται πολύ μεγάλο κόστος και υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία. Πρέπει να γίνει με τα πιο υψηλά standards, ώστε να μπορεί να είναι και περιβαλλοντολογικά ασφαλής αυτή η επένδυση», ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Όπως είπε, «εάν η ερευνητική γεώτρηση της κοινοπραξίας ExxonMobil-Energean-HELLENiQ ENERGY δείξει αξιοποιήσιμο κοίτασμα στο Βορειοδυτικό Ιόνιο τον επόμενο Φεβρουάριο, τότε σύμφωνα με την κοινοπραξία αυτή η εκμετάλλευση αυτού του οικοπέδου μπορεί να οδηγήσει σε βάθος χρόνου σε δημόσια έσοδα 10 δισ. δολάρια για τη χώρα μας».
Ο κ. Παπασταύρου διευκρίνισε ότι τα έσοδα για το κράτος συνολικά υπολογίζονται γύρω στο 38 με 40% επί των κερδών. Όπως τόνισε ο ίδιος, «η επιτυχής έκβαση των γεωτρήσεων και η ύπαρξη εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων θα ενισχύσουν την ενεργειακή αυτονομία της Ελλάδας, ενώ τα δημόσια έσοδα που θα προκύψουν από αυτή τη διαδικασία θα ανεβάσουν ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα πολίτη. Γιατί το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο πώς θα διανέμουμε τα δημόσια έσοδά μας, αλλά και πώς θα τα αυξήσουμε».
Απαντώντας σε ερώτηση που του τέθηκε «Με τον ήλιο και τον άνεμο ή με τους υδρογονάνθρακες», ο κ. Παπασταύρου τόνισε «η απάντηση είναι, με την Ελλάδα και τους Έλληνες». Και συνέχισε: «Πρέπει ουσιαστικά να αξιοποιήσουμε όλους τους φυσικούς πόρους μας διαθέτει η χώρα μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ενεργειακό μείγμα που μας επιτρέπει να μπορούμε να είμαστε ενεργειακά όσο το δυνατόν πιο αυτόνομοι», τονίζοντας πως «το ότι αναπτύσσουμε τον τομέα υδρογονανθράκων -για να μην υπάρχει καμία παρανόηση- δεν σημαίνει ότι λοξοδρομούμε στην κατεύθυνση για βιώσιμη ανάπτυξη και για πιο καθαρή ενέργεια, στον δρόμο προς την απανθρακοποίηση. Η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα είναι απαραίτητη και το αναγνωρίζει πια και η ίδια η Ευρώπη».
Ο υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα σήμερα παράγει 18 GW από ΑΠΕ, όταν το 2019 παρήγαγε μόλις 6,3 GW, ενώ σήμερα στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. «Aυτός είναι και ο λόγος που η έκρηξη στις τιμές του φυσικού αερίου, -την οποία βλέπουμε ευτυχώς ότι αποκλιμακώνεται-, δεν πέρασε τόσο στον καταναλωτή».
Ο κ. Παπασταύρου στάθηκε ιδιαίτερα στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας και στην ανάγκη επιτάχυνσης, ώστε να μην χάνεται η ενέργεια που παράγεται από τις ΑΠΕ. Όπως είπε, μέχρι τον περασμένο Μάρτιο, η χώρα μας δεν είχε αποθήκευση συνδεδεμένη με το δίκτυο, την 1η Απριλίου συνδέθηκαν οι πρώτες δύο μπαταρίες με 32 MW, σήμερα πλησιάζουμε τα 200, ενώ μέχρι τέλος του χρόνου θα είμαστε κοντά στα 700-800 MW. «Στόχος μας είναι το 2027 να φτάσουμε στο 1,2-1,4 GW. Είναι απαραίτητο αυτό, διότι η ενέργεια που αποθηκεύεται είναι πολύ σημαντική και για την ευστάθεια του συστήματος», τόνισε χαρακτηριστικά.
Τέλος, σχολιάζοντας την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (ΑΜΚ) του ΑΔΜΗΕ που ξεκίνησε σήμερα με το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών, τόνισε ότι είναι σημαντική εξέλιξη, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την εκδήλωση μεγάλου επενδυτικού ενδιαφέροντος από κορυφαία επενδυτικά κεφάλαια, τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από όλο τον κόσμο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία κρατάει την πλειοψηφία του 51%, «κρατάει την πλειοψηφική της συμμετοχή στα δίκτυα».
