Τα δύσκολα για την οικονομία μας είναι μπροστά σε ότι αφορά τις παρενέργειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή και γι’ αυτό είναι κρίσιμο να έχουμε πολιτική σταθερότητα, σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, Διοικητή της ΤτΕ.
Σε συνέντευξή του στο Σκάϊ μίλησε για τα επιτεύγματα της οικονομίας αναφέροντας ενδεικτικά ότι έχει μειωθεί πάρα πολύ το μαύρο χρήμα και η παραοικονομία, που υπολογίζεται γύρω στο 20% με 21% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι περίπου 15% με 16%. Αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις που οδήγησαν στην πρόοδο όπως η υιοθέτηση POS και σύγχρονων συστημάτων συναλλαγών τονίζοντας μεταξύ άλλων την πρόοδο που έχει γίνει μέσω της ΑΑΔΕ στη σύλληψη της φορολογητέας ύλης.
Σχετικά με τις επιπτώσεις στην οικονομία από την νέα διεθνή κρίση εξήγησε ότι «το σημαντικότερο άυλο κεφάλαιο της οικονομίας είναι η πολιτική σταθερότητα. Οι εκλογές γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια στις περισσότερες χώρες. Εμείς δεν έχουμε λόγο να τις φέρνουμε μπροστά, διότι έτσι μικραίνει ο ωφέλιμος χρόνος μιας κυβέρνησης. Ειδικά τώρα που η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει ξεφύγει, χρειαζόμαστε κυβέρνηση να παίρνει αποφάσεις, να αντιμετωπίζει κυρίως τις εξωτερικές κρίσεις και ίσως τα δύσκολα να είναι ακόμα μπροστά μας στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής».
Ο πληθωρισμός οφείλεται στη ζήτηση
Μιλώντας για τον πληθωρισμό, ως διαχρονική πρόκληση, ο κ. Στουρνάρας απέδωσε την αύξηση στην υπερβάλλουσα ζήτηση. Αν και όπως είπε, υπάρχουν περί τις έξι χώρες που έχουν πιο υψηλό πληθωρισμό από εμάς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Ελλάδα έχουμε υπερβάλλουσα ζήτηση στην οικονομία, δηλαδή το παραγωγικό κενό είναι θετικό, η ζήτηση είναι υψηλότερη από τη διαθέσιμη προσφορά. «Θα σας πω ένα παράδειγμα, όταν λόγω του τουρισμού έρχονται στην Ελλάδα 45 εκατομμύρια άνθρωποι, όταν ο πληθυσμός της είναι 10 (εκατομμύρια), καταλαβαίνετε δημιουργείται μια υπερβάλλουσα ζήτηση όλους αυτούς τους μήνες. Άρα λοιπόν ο κύριος λόγος είναι διότι έχουμε υπερβάλλουσα ζήτηση στην οικονομία», πρόσθεσε.
Ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι η συνταγή δεν είναι να κόψουμε τη ζήτηση, είναι να αυξήσουμε την προσφορά, όπως μέσω επενδύσεων, μέσω μεταρρυθμίσεων και μέσω του να κάνουμε την οικονομία περισσότερο ανταγωνιστική. «Χρειαζόμαστε περισσότερους παραγωγούς δηλαδή και υψηλότερη παραγωγή», τόνισε.
Παραδέχθηκε ότι σε όρους αγοραστικής δύναμης είμαστε σχετικά χαμηλά, αλλά είχαμε πέσει ξαφνικά περισσότερο από 25% λόγω της κρίσης. Το 2019 ο μέσος όρος, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης ήταν 64%, τώρα έχει ανέβει στο 69% – κι έπεσε λίγο φέτος στο 68%.
Ο δημοσιονομικός χώρος για παρεμβάσεις
Ο Διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε επίσης στην παραγωγικότητα ως καταλύτη για την οικονομία ενώ μιλώντας για τα περιθώρια της κυβέρνησης να θεσπίσει νέα μέτρα μίλησε για τον δημοσιονομικό χώρο που είναι διαθέσιμος αλλά και για το ευρωπαϊκό περιβάλλον. «Δεν είμαστε μόνοι μας, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, υπάρχουν διαδικασίες, υπάρχουν κανόνες για την κρατική βοήθεια και το ενεργειακό στην Ευρώπη είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο ζήτημα διότι βλέπετε τώρα πόσο ευάλωτη είναι η Ευρώπη…», σημείωσε τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν θέλει να ξαναπέσει σε καταστάσεις χρεοκοπίας.
Εξήγησε επίσης ότι υπάρχει ένα δημοσιονομικό πλαίσιο το οποίο επειδή είναι σεβαστό και προχωρήσαμε θετικά μ’ αυτό τα προηγούμενα χρόνια, γι’ αυτό είχαμε: αναβάθμιση, μείωση του χρέους αλλά και οφέλη για τους πολίτες. «Είναι ίσως μία από τις λίγες περιόδους που έχουμε μια συνεχή αύξηση των επενδύσεων. Θυμίζω το 2019 οι επενδύσεις ήταν το 11% του ΑΕΠ. Σήμερα έχουν φτάσει το 18% περίπου. Οι επενδύσεις είναι αυτές που αποτελούν την ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας. Παντού και πάντοτε», πρόσθεσε με έμφαση ο Γιάννης Στουρνάρας.
Επίσης, έφερε ως παράδειγμα την Ιταλία μιλώντας για θαύμα τα προηγούμενα χρόνια χάρης στην εξωστρέφεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες πέτυχαν πάρα πολύ σημαντικά αποτελέσματα συνεισφέροντας στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό που πρέπει να κάνουμε στην Ελλάδα είναι να βελτιώσουμε την παραγωγικότητα μέσω μεταρρυθμίσεων. Παραδέχθηκε ότι η πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα ήταν ένα πρόβλημα, αλλά δεν είναι πλέον τόσο, καθώς με τη βοήθεια και της Αναπτυξιακής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δίνονται εγγυήσεις στις ελληνικές τράπεζες και χρηματοδοτούνται μικρομεσαίοι.
