Μετά από μια χρονιά εντυπωσιακών αποδόσεων, όπου οι ελληνικές μετοχές κατέγραψαν άνοδο 75%, το κλίμα γύρω από την εγχώρια αγορά κάνει επιφυλακτική την HSBC που αναπροσάρμοσε την αξιολόγησή της σε underweight από neutral, καθώς εκτιμά ότι μεγάλο μέρος των θετικών εξελίξεων που σχετίζονται με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη βελτίωση των μερισμάτων έχει ήδη ενσωματωθεί στις τρέχουσες αποτιμήσεις.
Στο επίκεντρο των προβληματισμών βρίσκεται η επικείμενη αναβάθμιση της Ελλάδας από τον FTSE Russell σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς, με ισχύ από τον Σεπτέμβριο του 2026. Παρότι η αλλαγή αυτή ακούγεται εκ πρώτης όψεως θετική, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε παθητικές εκροές κεφαλαίων περί τα 400 εκατ. δολάρια. Από τις 30 ελληνικές μετοχές που σήμερα συμμετέχουν στον δείκτη FTSE των αναδυόμενων αγορών, μόλις οκτώ εκτιμάται ότι θα διατηρήσουν τη θέση τους μετά τη μετάβαση, ενώ οι υπόλοιπες αναμένεται να υποβιβαστούν στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης των ανεπτυγμένων αγορών.
Το μεγαλύτερο βάρος όμως έρχεται από το ενδεχόμενο να ακολουθήσει και ο MSCI το ίδιο μονοπάτι. Αν και ο οίκος δεν προχώρησε σε αναβάθμιση της Ελλάδας στην τελευταία ετήσια αναθεώρησή του, οι εξηγήσεις που έδωσε άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας τέτοιας κίνησης στο προσεχές διάστημα. Με απλά λόγια, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στο να περάσει τα απαιτούμενα κριτήρια μεγέθους και ρευστότητας και εκτιμάται ότι ενδέχεται να αναβαθμιστεί το επόμενο έτος.
Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, δεν θεωρείται απαραίτητα θετική για το Χρηματιστήριο. Τα παθητικά κεφάλαια αναμένεται να αποχωρήσουν, ενώ πολλοί ενεργοί διαχειριστές ενδέχεται να περιορίσουν ή να μηδενίσουν την έκθεσή τους. Υπολογίζεται ότι το 10% έως 20% των αμοιβαίων κεφαλαίων αναδυόμενων αγορών, τα GEMs funds, δεν μπορούν να διακρατούν μετοχές χωρών που δεν ανήκουν στον δείκτη αναφοράς τους. Σήμερα περίπου το 60% των GEMs funds επενδύουν στην Ελλάδα, έναντι μόλις 7% των global funds, στοιχείο που ενισχύει τον φόβο ότι η εγχώρια αγορά κινδυνεύει να μετατραπεί από «ζωντανή ιστορία αναδυόμενης αγοράς» σε μια «μικρή, περιφερειακή και μη ρευστή γωνιά των ανεπτυγμένων αγορών».
Στον τραπεζικό κλάδο, οι συνθήκες εισόδου στο 2026 παραμένουν ισχυρές σε επίπεδο ισολογισμών, κεφαλαίων και κερδοφορίας, με την αύξηση των εταιρικών δανείων που συνδέονται με τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης να συνεχίζει να στηρίζει τη ζήτηση. Τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ανθεκτικά και η ικανότητα διανομής μερισμάτων βελτιώνεται, με στόχο για ποσοστό διανομής 50% το 2026 και προβλεπόμενη μερισματική απόδοση κοντά στο 5,3%.
Ωστόσο, η εικόνα αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης. Οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν προσεγγίσει πλέον τα επίπεδα των ανεπτυγμένων αγορών, μετά από άνοδο περίπου 78% το 2025, ξεπερνώντας ακόμη και την αντίστοιχη άνοδο του ευρωπαϊκού τραπεζικού δείκτη. Πολλοί από τους θετικούς καταλύτες έχουν ήδη αποτιμηθεί, ενώ η θέση των τραπεζικών μετοχών στα χαρτοφυλάκια των αμοιβαίων κεφαλαίων αναδυόμενων αγορών είναι ήδη βαριά, περιορίζοντας το περιθώριο για νέες εισροές στις τρέχουσες τιμές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική αγορά εισέρχεται σε μια φάση όπου οι προσδοκίες χαμηλώνουν και η προσοχή μετατοπίζεται από το ράλι της προηγούμενης περιόδου στη διαχείριση των κινδύνων μιας πιθανής ανακατάταξης που, παρά τον τίτλο της «αναβάθμισης», ενδέχεται να λειτουργήσει τελικά ως επιβαρυντικός παράγοντας.
