Σε ξεχωριστό φορολογικό καθεστώς εντάσσονται τα εφάπαξ και οι συμπληρωματικές συντάξεις που καταβάλλονται από την προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση.
Με τα άρθρα 91 και 93 του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας καθορίζεται τόσο ποιες παροχές θα υπάγονται στους ειδικούς κανόνες φορολόγησης όσο και οι συντελεστές που θα εφαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία του ασφαλισμένου και τον τρόπο καταβολής των χρημάτων. Στην πρώτη κατηγορία παραμένουν οι συντάξεις από την κύρια και την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση, καθώς και οι παροχές από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης στα οποία η συμμετοχή είναι υποχρεωτική.
Αντίθετα, σε διαφορετική φορολογική κατηγορία περνούν τα εφάπαξ και οι περιοδικές παροχές από προαιρετικά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και από Ομαδικά Ασφαλιστικά Προϊόντα Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης.
Η ουσιαστική αλλαγή είναι ότι ο φόρος δεν θα εξαρτάται πλέον από τα χρόνια συμμετοχής του ασφαλισμένου στο επαγγελματικό ταμείο ή στο ομαδικό πρόγραμμα, αλλά από την ηλικία του όταν αρχίσει να εισπράττει την παροχή.
Έτσι, για όσους αρχίζουν να λαμβάνουν τα χρήματα από τα 62 έως και τα 67 έτη, ο φόρος θα ανέρχεται σε 5% όταν η παροχή καταβάλλεται περιοδικά και σε 10% όταν καταβάλλεται εφάπαξ.
Μετά τη συμπλήρωση των 67 ετών οι συντελεστές μειώνονται στο μισό, σε 2,5% για την περιοδική παροχή και σε 5% για το εφάπαξ.
Οι συντελεστές 5% για την περιοδική παροχή και 10% για το εφάπαξ θα εφαρμόζονται επίσης σε όσους έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος από τον φορέα κύριας ασφάλισής τους και έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον το 55ο έτος της ηλικίας τους.
Αντίθετα, όποιος λάβει την παροχή ή προχωρήσει σε πρόωρη ρευστοποίηση του ατομικού λογαριασμού του πριν από τα 62, χωρίς να εμπίπτει στην παραπάνω εξαίρεση, δεν θα φορολογείται με τους χαμηλούς αυτοτελείς συντελεστές. Ολόκληρο το ποσό θα περνά στην κανονική κλίμακα φορολογίας εισοδήματος από μισθούς και συντάξεις.
Πώς μεταφράζεται ο νέος φόρος σε ευρώ
Ασφαλισμένος που αρχίζει να λαμβάνει στα 64 έτη εφάπαξ ύψους 20.000 ευρώ θα επιβαρυνθεί με συντελεστή 10%. Ο φόρος θα ανέλθει σε 2.000 ευρώ και το καθαρό ποσό που θα λάβει θα περιοριστεί στα 18.000 ευρώ.
Αν ο ίδιος ασφαλισμένος επιλέξει αντί του εφάπαξ μία περιοδική παροχή 500 ευρώ τον μήνα, ο φόρος θα είναι 5%, δηλαδή 25 ευρώ σε κάθε καταβολή. Η καθαρή μηνιαία παροχή θα διαμορφώνεται έτσι στα 475 ευρώ.
Για να αναγνωριστεί όμως μία παροχή ως περιοδική και να φορολογηθεί με τον χαμηλότερο συντελεστή, πρέπει να καταβάλλεται είτε ισοβίως είτε για τουλάχιστον 15 χρόνια, με σταθερές ή αυξανόμενες πληρωμές. Επομένως, μία συμφωνία καταβολής των χρημάτων σε λίγες δόσεις δεν αρκεί για να θεωρηθεί συμπληρωματική σύνταξη.
Αν το εφάπαξ των 20.000 ευρώ καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση των 67 ετών, ο συντελεστής θα μειωθεί στο 5%. Ο φόρος θα περιοριστεί στα 1.000 ευρώ και ο ασφαλισμένος θα λάβει καθαρά 19.000 ευρώ.
Διαφορετική περίπτωση αποτελεί ένας ασφαλισμένος ηλικίας 58 ετών που έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα. Εφόσον έχει συμπληρώσει το 55ο έτος, μπορεί να λάβει εφάπαξ 20.000 ευρώ με φόρο 10%, δηλαδή με επιβάρυνση 2.000 ευρώ, χωρίς να περιμένει μέχρι τα 62.
Εάν όμως ένας ασφαλισμένος 58 ετών δεν έχει λάβει σύνταξη γήρατος και ρευστοποιήσει πρόωρα τον λογαριασμό του, το ποσό δεν θα φορολογηθεί αυτοτελώς με 10%. Θα συνυπολογιστεί στην κανονική φορολογική κλίμακα και η τελική επιβάρυνση θα εξαρτηθεί από το συνολικό φορολογητέο εισόδημά του.
Οι παραπάνω υπολογισμοί αφορούν ποσά που θα συσσωρεύονται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και μετά. Για ασφαλισμένους που έχουν ήδη συγκεντρώσει χρήματα σε επαγγελματικά ταμεία ή ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, η συνολική παροχή μπορεί να χωριστεί σε διαφορετικά τμήματα, καθώς τα ποσά έως το τέλος του 2023 και εκείνα της περιόδου 2024–2026 θα εξακολουθήσουν να φορολογούνται με τα προηγούμενα καθεστώτα.
