Το 2026 και μάλιστα με την είσοδό του, η συζήτηση για την εισαγωγή του ψηφιακού Ευρώ, ξεκινάει με πρωτο σταθμό το Ευρωκοινοβούλιο. Η αλήθεια όμως είναι ότι η συζήτηση αυτή έχει αλλάξει ριζικά ως προς το περιεχόμενό της μετά τη «ρήξη» στις διατλαντικές (ΗΠΑ – ΕΕ) σχέσεις το 2025 και την πολιτική Τράμπ.
Τι έχει αλλάξει; Αυτό που μέχρι πρόσφατα παρουσιαζόταν ως ένα «τεχνοκρατικό» έργο εκσυγχρονισμού των πληρωμών, έχει μεταμορφωθεί αιφνιδίως σε ζήτημα νομισματικής επιβίωσης αλλά και γεωπολιτικής αυτονομίας. Αυτό είναι η ουσία της γραπτής προειδοποίησης των 68 επώνυμων οικονομολόγων προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους – και παρά το γεγονός ότι το ψηφιακό Ευρώ δεν είναι κάτι «επιθυμητό» – χωρίς το ψηφιακό Ευρώ η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο των χρημάτων της. Και αυτή η προειδοποίηση δεν αποπνέει ακαδημαϊκή… ανησυχία, αλλά πανικό στρατηγικής.
Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους η επικείμενη «αλλαγή» δεν είναι θεωρητική. Η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–ΕΕ αποκάλυψε με ωμό τρόπο μια πραγματικότητα που για χρόνια υποβαθμιζόταν ή τέλος πάντων δεν θεωρούνταν λόγος ανησυχίας μεταξύ … εταίρων: η Ευρωζώνη δεν «ελέγχει» το σύστημα πληρωμών της.
Το γεγονός ότι 13 από τις 20 χώρες του ευρώ στερούνται εγχώριων ψηφιακών μέσων πληρωμής και βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε αμερικανικά δίκτυα -Visa, Mastercard, PayPal- παύει να είναι τεχνική αδυναμία και αναδεικνύεται σε στρατηγικό κενό κυριαρχίας. Σε ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικές κυρώσεις και ο χρηματοπιστωτικός αποκλεισμός χρησιμοποιούνται ανοιχτά ως γεωπολιτικά όπλα, όπως απέδειξε το πάγωμα των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Ρωσίας στο Euroclear και ο εξοστρακισμός της από το Swift, η εξάρτηση αυτή αποκτά σχεδόν… υπαρξιακή διάσταση.
Μέχρι το 2024, το ψηφιακό ευρώ ετοιμαζόταν από την ΕΚΤ κυρίως ως απάντηση στην ιδιωτική καινοτομία, στα κρυπτονομίσματα, στα stablecoins, στη μείωση της χρήσης μετρητών.
Μετά το 2025, όμως, η σκοπιμότητα αλλά και μετατοπίζεται. Το ψηφιακό ευρώ δεν προωθείται πλέον για να εκσυγχρονίσει την οικονομία, αλλά για να θωρακίσει την Ευρωζώνη από την αμερικανική νομισματική επιρροή στον ψηφιακό χώρο, τη στιγμή που η Ουάσινγκτον ήδη επιταχύνει και κατοχυρώνει θεσμικά την παγκόσμια εξάπλωση δολαριακών stablecoins.
Ωστόσο, αυτή η νέα γεωπολιτική αναγκαιότητα δεν αναιρεί τις εσωτερικές αντιφάσεις και προβλήματα που εξ αρχής είχε το εγχείρημα του ψηφιακού Ευρώ. Αντιθέτως, τις καθιστά ακόμα πιο φανερές.
Το προτεινόμενο όριο των 3.000 ευρώ ανά «ψηφιακό πορτοφόλι» που έχει προταθεί στο πλαίσιο του ψηφιακού Ευρώ, αποκαλύπτει ότι ο βασικός φόβος της ΕΚΤ δεν είναι τεχνολογικός, αλλά θεσμικός. Ο κίνδυνος δηλαδή φυγής καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες προς ένα ασφαλέστερο, άμεσο χρήμα κεντρικής τράπεζας.
Άλλωστε η έντονη αντίδραση του τραπεζικού τομέα αυτό αναδεικνύει και υπογραμμίζει το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει εύθραυστο και εξαρτημένο από την εμπιστοσύνη των καταθετών. Μια εμπιστοσύνη που όμως έχει «διαβρωθεί» από την κρίση του 2008, τον πληθωρισμό και την διαρκή απώλεια πραγματικής αξίας των καταθέσεων.
Πέραν αυτού όμως δεν πρέπει να υποτιμάμε ότι το ψηφιακό Ευρώ δεν ξεφεύγει και προφανώς δεν απαντά στο βαθύτερο πρόβλημα, ήτοι τη γενικευμένη κρίση των fiat νομισμάτων. Αυτό δηλαδή που αποκαλύπτεται από την διαρκή άνοδο της τιμολόγησης του χρυσού σε fiat νομίσματα (βλέπε σχετικό διάγραμμα).
Ενώ δηλαδή η ΕΚΤ σχεδιάζει ένα νέο ψηφιακό εργαλείο, οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως συσσωρεύουν χρυσό με πρωτοφανείς ρυθμούς, αμφισβητώντας έμπρακτα τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία των ίδιων των νομισμάτων που εκδίδουν. Άλλωστε η περιβόητη τάση από-δολαριοποίησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ενίσχυση του ευρώ. Το αντίθετο συχνά συνοδεύεται από μια παράλληλη «από – Ευρωποίηση».
Για τους λόγους αυτούς, μετά το 2025, το ψηφιακό ευρώ δεν είναι πλέον ένα «όραμα προόδου» από πλευράς ΕΚΤ, αλλά στην πραγματικότητα ένα εργαλείο… άμυνας. Κάτι δηλαδή που να μπορεί να μειώσει την εξάρτηση της Ευρώπης από τις αμερικανικές υποδομές πληρωμών και να προσφέρει στην ΕΚΤ μεγαλύτερο «έλεγχο» στο ψηφιακό χρήμα.
Δεν μπορεί, όμως, να αποκαταστήσει την χαμένη εμπιστοσύνη σε ένα νομισματικό σύστημα που στηρίζεται σε υπερχρεωμένα κράτη και διαρκείς πληθωριστικές πιέσεις. Στην ουσία, το ψηφιακό ευρώ δεν λύνει αυτό το πρόβλημα και δεν απαντάει σ’ αυτή την κρίση. Απλώς ίσως αγοράζει λίγο χρόνο, σε μια μετωπική ρήξη, που η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να ελέγχει…
