Η «είδηση» αρχικά προκάλεσε αμηχανία, αλλά στην συνέχεια η πλειονότητα των προσπαθειών για να δοθεί μία ερμηνεία φαίνεται να συγκλίνει σε ένα μάλλον θετικό συμπέρασμα.
Αναφερόμαστε στην πρόσφατη ξαφνική και αναπάντεχη ανακοίνωση της ΕΚΤ ότι πρόκειται να παράσχει γραμμές ρευστότητας σε ευρώ στις άλλες Κεντρικές Τράπεζες.
Τι ακριβώς ανακοίνωσε η ΕΚΤ δια στόματος Λαγκάρντ; Ανακοίνωσε την επέκταση του συστήματος Eurep, αρχής γενομένης από το τρίτο τρίμηνο του 2026, δηλαδή ότι το repo διευκόλυνσης για Ευρώ επεκτείνεται και σε άλλες Κεντρικές Τράπεζες (όσες και όταν το χρειαστούν), δρομολογώντας έτσι μία διεθνή συμφωνία πρωτοφανούς επέκτασης ανταλλαγής Ευρώ, με σκοπό την παροχή ρευστότητας σε Ευρώ.
Χαρακτηρίσαμε ξαφνική και αναπάντεχη την ανακοίνωση αυτή γιατί μια τόσο μεγάλης σημασίας απόφαση προφανώς θα έπρεπε να είχε παρθεί στο ΔΣ πριν από δύο εβδομάδες. Όμως όχι, αυτή είναι μία απόφαση που πάρθηκε και ανακοινώθηκε εκ των υστέρων, μετά το ΔΣ και προφανώς για συγκεκριμένους λόγους και εξελίξεις που στο μεταξύ συνέβησαν και και εκτιμήθηκαν. Και τις οποίες δεν γνωρίζουμε.
Και όχι μόνο αυτό. Το θέμα μπήκε την Δευτέρα κατ’ ευθείαν σαν βασικό θέμα στην ατζέντα του Eurogroup.
Οι εξηγήσεις που εκ των υστέρων δόθηκαν στο πλαίσιο της επικοινωνιακής διαχείρισης από τα ΜΜΕ είναι ότι η ΕΚΤ σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κρίνουν ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το δολάριο παρουσιάζουν «ευκαιρίες» για την μεγαλύτερη διάχυση του Ευρώ στις διεθνείς συναλλαγές. Προφανώς αυτή η συγκεκριμένη «ερμηνεία» δεν αντέχει κριτικής και δεν στέκει, καθώς κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα μίας ξαφνικής απόφασης της ΕΚΤ, αλλά αποτέλεσμα μίας μακροπρόθεσμης εκτίμησης και συζήτησης μέσα στην ΕΚΤ.
Η αλήθεια είναι ότι οι πρόσφατες δηλώσεις του έλληνα ΥΠΟΙΚ και προέδρου του Eurogroup κ. Πιερρακάκη πλησιάζουν περισσότερο το πραγματικό υπόβαθρο αυτής της απόφασης. Έβαλε μάλιστα διακριτικά στο κάδρο και μία άλλη διάσταση, αυτή των συνεπειών της κρίσης αυτής στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που όλοι αποφεύγουν να θίξουν.
Θυμίζουμε ότι ο έλληνας ΥΠΟΙΚ από την θέση στο Eurogroup δήλωσε ότι «Υπό το φως των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων στο σημερινό μας γεωπολιτικό περιβάλλον, υπάρχουν κίνδυνοι, το διεθνές χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα να χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο… Είναι, συνεπώς, ζήτημα υπαρξιακής σημασίας για εμάς να διαφυλάξουμε τον διεθνή ρόλο του ευρώ, καθώς αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη νομισματική κυριαρχία της ΕΕ…».
Να το πούμε με απλά λόγια. Ο κίνδυνος μιας νομισματικής αναταραχής λόγω των όσων συμβαίνουν με την νομισματική πολιτική του δολαρίου (πρόσφατη δήλωση του Τράμπ ότι μπορεί να κάνει το δολάριο «να ανεβοκατεβαίνει σαν το γιο – γιό») και οι ανατροπές που έρχονται μετά τις ιαπωνικές εκλογές με το γιέν, ανοίγουν ισχυρές πιθανότητες στο διεθνές «χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα» ιδιαίτερα όταν αυτό «χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο».
Πόσο πιο καθαρά θα μπορούσε να το πει ο έλληνας πρόεδρος του Eurogroup; Και τι έκανε η ΕΚΤ; Άνοιξε άρον – άρον γραμμές χρηματοδότησης σε Ευρώ για να εκτονώσει πολύ πιθανές καταστάσεις «ασφυξίας» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωζώνης για το σκέλος εκείνο που είναι περισσότερο «διεθνές», δηλαδή τις γαλλικές κατά κύριο λόγο τράπεζες.
Μη ξεχνάμε ότι και η Fed είχε ανοίξει τέτοιες γραμμές με την ΕΚΤ για δολάρια όταν οι ευρωπαϊκές τράπεζες (ανάμεσά τους τότε και η Deutsche Bank) λόγω της κρίσης χρέους είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο…
Ίσως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ακόμα και η επίσης αναπάντεχη παραίτηση τώρα του γάλλου Κεντρικού Τραπεζίτη κ. Φρανσουά Ντε Γκαλώ (ένα χρόνο πριν από την λήξη της θητείας του) συνδέεται με αυτούς τους «φόβους» και τυχόν διαφωνίες για το πως θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, αλλά και όσα μπορούν να συμβούν στο άμεσο μέλλον. Μπορεί, αλλά αυτό με την παραίτηση του κ. Ντε Γκαλό προς το παρόν και με όσα είναι γνωστά, θα ήταν απλά μια υπόθεση…
Σε κάθε περίπτωση πάντως η απόφαση της ΕΚΤ «μυρίζει» ανησυχία (ίσως και … φόβο) και όχι «ενθουσιασμό» για τις ευκαιρίες κάλυψης του χώρου που αφήνουν τα προβλήματα του δολαρίου. Και η ανησυχία αυτή της ΕΚΤ εμφανώς – το παραδέχεται έμμεσα και ο κ. Πιερρακάκης – αφορά ιδιαίτερα τις τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.