Είμαστε στην 5η ημέρα του πολέμου στον Κόλπο, τα ντρόουν, οι πύραυλοι και οι βόμβες εξακολουθούν να πέφτουν παντού στην ευρύτερη περιοχή. Και κατά πως φαίνεται κανείς, ούτε οι ΗΠΑ – Ισραήλ, ούτε το Ιράν έχουν άμεση πρόθεση να σταματήσουν το αιματοκύλισμα στην περιοχή, που ξεκίνησε με την γενοκτονία στην Γάζα και συνεχίζεται τώρα με τα θύματα των βομβαρδισμών.
Το Ιράν δηλώνει ότι έχει προετοιμαστεί εδώ και χρόνια γι’ αυτόν τον πόλεμο, το Ισραήλ το ίδιο και οι ΗΠΑ αλλάζουν κάθε μέρα τις εκτιμήσεις τους για το πότε θα λήξει. Και στην Ευρώπη ακόμα ψάχνονται για να καταλάβουν τις τους έχει συμβεί…
Στην οικονομία όμως οι βόμβες, τα ντρόουνς και οι πύραυλοι αυτού του πολέμου φτάνουν πολύ πιο μακριά από όσο οι εκρήξεις τους και τα άμεσα θύματά τους.
Αναμφίβολα ο ισχυρότερος «πύραυλος» πολλαπλών κεφαλών που έχει εξαπολυθεί, ασφαλώς είναι ο πληθωρισμός, που έχει ενεργοποιήσει το ήδη ναρκοθετημένο από το 2022 πεδίο της ενεργειακής κρίσης. Τα αποτελέσματά του τα βλέπει κανείς στα βενζινάδικα, στα σούπερ μάρκετ και πολύ πιθανώς θα δούμε τις συνέπειές τους και στα τουριστικά μεγέθη τους επόμενους μήνες, αν η διάρκεια αυτού του πολέμου ακολουθήσει τις εκτιμήσεις των πρωταγωνιστών του.
Το παράδοξο είναι ότι για την εγχώρια οικονομία στο δημοσιονομικό της σκέλος – δηλαδή στον δημόσιο τομέα – αυτός ο «έξωθεν» προερχόμενος πύραυλος των πληθωριστικών πιέσεων, αντιμετωπίζεται μάλλον …θετικά (!) από την Κυβέρνηση.
Ναι ας μη ξαφνιαζόμαστε, από τα Οικονοκλαστικά έχουμε εξηγήσει και στο παρελθόν, ότι η μνημονιακή δομή της εγχώριας οικονομίας στο δημοσιονομικό της σκέλος, σιωπηρά αντιμετωπίζει θετικά και με «καλωσορίσματα» τις πληθωριστικές πιέσεις όσο αυτές παραμένουν ελεγχόμενες.
Και ο λόγος είναι απλός, οι υψηλότερες τιμές σημαίνουν αυξημένες αποδόσεις άμεσων και κυρίως έμμεσων φόρων , που καταλήγουν σε πληθωριστικό φούσκωμα του ονομαστικού ΑΕΠ.
Τόσο για τον εξοργιστικά υψηλό ΦΠΑ, όσο ακόμα περισσότερο – λόγω της ενεργειακής προέλευσης του πληθωρισμού – ΕΦΚ στα καύσιμα (και του ΦΠΑ πάνω στον ΕΦΚ !) οι αυξήσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όπως και οι συνακόλουθες μετακυλίσεις των αυξήσεων, κερδοσκοπικές και μη, τροφοδοτούν το περιβόητο μαξιλάρι του πλεονάσματος. Αφαιρώντας βέβαια τα ποσά αυτά από τις τσέπες των μεσαίων και κυρίως των χαμηλών εισοδημάτων που δεν έχουν εναλλακτική όσο αφορά τις καταναλωτικές τους δαπάνες σε σχέση με τα εισοδήματά τους.
Με άλλα λόγια τα έξτρα φορολογικά έσοδα, βελτιώνουν το πλεόνασμα και το σημαντικότερο, αλλάζουν την σχέση αριθμητή και παρονομαστή στο κλάσμα του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και έτσι επιταχύνουν την αποκλιμάκωσή του.
Παράλληλα, όπως σημειώσαμε δημιουργούν ένα δημοσιονομικό μαξιλάρι που η κυβέρνηση θα μπορούσε να επικαλεστεί στις Βρυξέλλες για να στηρίξει με ένα μέρος του, τους «πιο ευάλωτους» καταναλωτές… Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια που λέει και η παροιμία.
Όμως, η «ανάγνωση» αυτή, όσο ρεαλιστική κι αν φαίνεται από τη σκοπιά των αριθμών, κρύβει ανοικτές παγίδες που δύσκολα χωράνε στα λογιστικά φύλλα του ΓΛΚ.
Πρώτον, η έννοια του «ελεγχόμενου» πληθωρισμού, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον προηγούμενο οικονομικό συλλογισμό, είναι εξαιρετικά «ολισθηρή» σε τέτοιες συνθήκες.
Και εδώ τα μαθήματα από το παρελθόν πρέπει να μη τα ξεχνάμε.
Το πρώτο είναι η δεκαετία του ’70 και τα όσα ακολούθησαν την κατάρρευση του Μπρέτον Γουντς και την συνακόλουθη ενεργειακή κρίση με τους πολέμους στην Μέση Ανατολή (και τότε).
Το δεύτερο είναι η πρόσφατη εμπειρία της ενεργειακής κρίσης μετά το 2022 που μας «δίδαξε» ότι οι τιμές δεν συμπεριφέρονται πάντα υπάκουα. Μια ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή μπορεί ταχύτατα να μετατρέψει ένα «μικρό και βραχύβιο» πληθωριστικό κύμα σε ένα παρατεταμένο φαινόμενο που διαβρώνει μισθούς και αποταμιεύσεις. Ο κ. Στουρνάρας πρόσφατα μας θύμισε πως ότι ανεβαίνει δεν ξανακατεβαίνει εύκολα…
Το 2022 είχαμε ήδη την άμεση εμπειρία του πώς οι ανατιμήσεις στα καύσιμα μετακυλίονται σε τρόφιμα και βασικά αγαθά, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, που κάθε φορά αφήνει τις πληγές ανοιχτές.
Στην καθημερινή πραγματικότητα όσων ζουν σ’ αυτή τη χώρα η μακροοικονομική δημοσιονομική αισιοδοξία συγκρούεται με την πραγματική ζωή των μισθωτών και των συνταξιούχων. Τα εκατοντάδες εκατομμύρια ή και δις. ευρώ επιπλέον φορολογικά έσοδα – ειδικά από τους έμμεσους φόρους – είναι μια Λογιστική κατηγορία που αφορά τα κρατικά ταμεία και τα λογιστικά φύλλα του ΓΛΚ που ανακουφίζει τις πληρωμές χρέους.
Για τον εργαζόμενο όμως του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ή τον συνταξιούχο, η αύξηση του πληθωρισμού σημαίνει ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ και άδειο πορτοφόλι πολύ πριν από το τέλος του μήνα.
Αυτό σημαίνει ότι ανεξάρτητα από το τι θα κάνουν ή θα πούν οι αργυρώνητες ή μη, ηγεσίες των τριτοβάθμιων συνδικάτων, οι απαιτήσεις και οι πιέσεις για αυξήσεις μισθών θα ενταθούν, ακόμη κι αν η κυβέρνηση προχωρήσει – όπως ετοιμάζεται – σε αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, γιατί ήδη οι συνθήκες έχουν αλλάξει από τα αρχικά σχέδια και υπολογισμούς.
Και σε καμία περίπτωση αυτή η «αύξηση» του κατώτατου δεν μπορεί να προλάβει την ακρίβεια.
Υπάρχει και ένα τρίτο σημείο που μπορούμε να παρατηρήσουμε, αυτό της θεωρίας περί «διαχειρίσιμου» κόστους δανεισμού, λόγω πιθανής αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ. Αυτή η θεωρία είναι μάλλον «σωστή» μόνο για το ένα από τα δύο σκέλη της. Το ένα που αφορά στο δημόσιο είναι μάλλον σωστή αλλά το άλλο που αφορά στον ιδιωτικό τομέα είναι εκτός πραγματικότητας.
Το ελληνικό δημόσιο με τα τρία μνημονιακά δάνεια ασφαλώς έχει μειώσει δραστικά την εξάρτησή του από τις αναταραχές στις αγορές. Αλλά οι ανατιμήσεις στα επιτόκια επηρεάζουν άμεσα το σύνολο της οικονομίας. Το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων έως τα στεγαστικά δάνεια των νοικοκυριών τα καταναλωτικά και την καθημερινή αναχρηματοδότηση της οικονομίας, επηρεάζονται άμεσα και ασφαλώς αρνητικά, ακόμα και χωρίς να βάλουμε στην μέση τις συνέπειες στην διαχείριση των Npls και Npes…
Με απλά λόγια, με το νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, έτσι όπως έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα, η κυβέρνηση πρόκειται για άλλη μία φορά να εκμεταλλευτεί μια δημοσιονομική – πληθωριστική – ευκαιρία, που γεννιέται από την ευθεία και άμεση επιβάρυνση των πολιτών, λόγω του πληθωρισμού από τον πόλεμο.
Και εδώ μπαίνει το ερώτημα, αν η κυβέρνηση θα συνεχίσει με μία «πολιτική» διαχείρισης μέρους του μαξιλαριού που φουσκώνει «ρουφώντας» τις στέπες των μισθωτών και συνταξιούχων ή θα «διορθώσει» το πρόβλημα στην πηγή του, μειώνοντας τους έμμεσους φόρους και αυξάνοντας μισθούς και συντάξεις, απέναντι στο νέο πληθωριστικό κύμα; Έρχονται και εκλογές ας μη το ξεχνάμε…