Συνήθως δεν περιμένει και πολλά κανείς από τις Συνόδους Κορυφής ιδιαίτερα σε περιόδους και συγκυρίες πολιτικής και οικονομικής… αμηχανίας των ηγετών της ΕΕ. Κάπως έτσι είναι και τα πράγματα στην Σύνοδο Κορυφής στην Κύπρο. Με μοναδικές δύο «ανεπίσημες»… εξαιρέσεις, την σύγκρουση απόψεων για την στάση της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία και την «ψιθυριστή» κουβέντα για ενδεχόμενη προοπτική προσωρινής ή μερικής αναστολής του Συμφώνου Σταθερότητας.

Όσο αφορά το θέμα της Τουρκίας, τα Οικονοκλαστικά, με βάση σχετική πληροφόρηση αποδίδουν τις «εχθρικές» πρόσφατες (πριν την Σύνοδο) αναφορές της προέδρου της Κομισιόν, σαν μία κίνηση χωρίς σημασία, μόνο και μόνο για να δημιουργήσει διπλωματικά θετικό κλίμα εν όψη της Συνόδου στην κυπριακή προεδρία…

Όσο αφορά το θέμα ενδεχόμενης αναστολής του Συμφώνου Σταθερότητας, η κατάσταση είναι διαφορετική. Υπάρχει «φωτιά» πίσω από τους «καπνούς» και τις ανεπίσημες κουβέντες στην Σύνοδο Κορυφής. Κάποιοι υπουργοί έχουν ανεπίσημα θέσει το ερώτημα στην Κομισιόν και η κα Φον Ντερ Λάινεν είναι ενήμερη. Άλλωστε, μετά την απόσυρση του Όρμπαν στην Ουγγαρία, η αναμενόμενη σχεδόν… αυτόματη απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εγκρίνει το δάνειο 90 δισ. ευρώ για την Ουκρανία δημιουργεί ένα νέο ακόμα πιο πιεστικό περιβάλλον. Έρχεται σε μια στιγμή που η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται ήδη υπό διπλή πίεση.

Η… κληρονομιά της ενεργειακής κρίσης του 2022 σε συνδυασμό με τις άμεσες συνέπειες από την νέα αναταραχή που έχει γεννήσει ο πόλεμος στον Κόλπο με το κλείσιμο του Στενού του Hormuz, έχουν τοποθετήσει σε ορατό σημείο πλέον στον οικονομικό ορίζοντα της ΕΕ την κατάσταση στασιμοπληθωρισμού.

Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση είναι που κάθε κράτος μέλος υποχρεώνεται να αναλάβει το μερίδιό του στη χρηματοδότηση αυτού του «δανείου». Η αποπληρωμή του οποίου από την Ουκρανία συνδέεται με την υποχρέωση της Ρωσίας να πληρώσει στην Ουκρανία αποζημιώσεις (sic)… Δηλαδή ποτέ. Και αυτό συμβαίνει τη στιγμή που οι οικονομίες ιδιαίτερα της περιφέρειας της ΕΕ αγωνίζονται να διατηρήσουν ισορροπία μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και οικονομικής επιβίωσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων !

Κατανοητό λοιπόν γιατί σ’ αυτό το περιβάλλον η συζήτηση για την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας δεν είναι πλέον… θεωρητική. Πολύ περισσότερο για οικονομίες σαν αυτή της Ελλάδας η οποία σε λίγους μήνες (Αύγουστος 2026) χάνει και το τελευταίο ισχυρό χρηματοδοτικό επενδυτικό εργαλείο της, το Ταμείο Ανάκαμψης.  

Την «κουβέντα» την έχει ανοίξει δημόσια ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Τα(γ)ιάνι, καλώντας την ΕΕ να προχωρήσει σε «δραστικές επιλογές» αναστολής του Συμφώνου, αν η κατάσταση επιδεινωθεί. Και έχει ήδη επιδεινωθεί. Η πρόταση αυτή από έναν υπουργό κυβέρνησης που δεν ανήκει στην λεγόμενη «ευρωσκεπτικιστική» πτέρυγα της δεξιάς, έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς υποδηλώνει ότι η πίεση είναι πραγματική και δεν έχει να κάνει με τα «ιδεολογικά» του Σαλβίνι και των συν αυτώ.

Διαπερνά πλέον όλα τα πολιτικά και οικονομικά στεγανά.

Η οικονομική λογική της πρότασης αναστολής του Συμφώνου είναι προφανής. Οι δύο διαδοχικές κρίσεις, η ενεργειακή του 2022 και η σημερινή στον Κόλπο, έχουν αφήσει πίσω τους οικονομίες με πολύ στενά έως και ανύπαρκτα, δημοσιονομικά περιθώρια, ασύγκριτα υψηλότερο κόστος ενέργειας, διαβρωμένη παραγωγική βάση και το τέρας του πληθωρισμού να έχει ξεφύγει πάλι από το νομισματικό κλουβί του.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας σχεδιάστηκε για να λειτουργεί σε συνθήκες σχετικής… κανονικότητας, όχι σε συνθήκες συνθλιπτικών διαδοχικών εξωγενών κραδασμών, που γεννά η γεωπολιτική σύγκρουση και όχι οι αποφάσεις των κυβερνήσεων. Τουλάχιστον όχι σε γενικές γραμμές όλων των κυβερνήσεων. Το να το επιβάλεις, όπως κάνει σήμερα η Κομισιόν, σε αυτές τις συνθήκες ισοδυναμεί με το να ζητάς από κάποιον «χτυπημένο» να συνεχίσει να «τρέχει» με το ίδιο ταχύτητα που έτρεχε πριν χτυπηθεί… Το επιχείρημα δεν είναι δικό μας, ακούστηκε πρόσφατα σε συνάντηση του Eurogroup από υπουργό κυβέρνησης λίγο πριν την έναρξη του Συμβουλίου…

Το επιχείρημα, όμως αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν… συνδυαστεί με τις υποχρεώσεις και τα πολιτικά «νταραβέρια» στις Βρυξέλλες για την χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Ζητείται από κυβερνήσεις που δυσκολεύονται να επιδοτήσουν επαρκώς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις στις χώρες τους, απέναντι στην ενεργειακή κρίση, να συνεισφέρουν ταυτόχρονα στο μεγαλύτερο πακέτο στρατιωτικής χρηματοδότησης που έχει εγκρίνει η ΕΕ!  

Ο συνδυασμός αυτός, λιτότητα προς τα μέσα, πολεμικός «επεκτατισμός» προς τα έξω, είναι απλά οικονομικά και κυρίως πολιτικά… ασύμβατος, στα σημερινά δεδομένα. Είναι πολιτικά «εκρηκτικός», γιατί βγάζει στο φως με απόλυτη σαφήνεια ότι η ΕΕ και οι Βρυξέλλες ιεραρχούν πρώτα την γεωπολιτική «φιλοδοξία» (ή «μωρία» τους κατά άλλους) τους και μετά την οικονομική επιβίωση των πολιτών των χωρών μελών της ΕΕ.

Με απλά λόγια δεν μας ενδιαφέρει αν «πεινάτε» ή δεν μπορείτε να πληρώσετε την θέρμανση και το ενοίκιο, εμάς μας ενδιαφέρει να αγοράσει ο Ζελένσκι αμερικανικούς πυραύλους με δικά σας χρήματα. Αυτό στην σημερινή Ευρώπη δεν … πουλιέται εύκολα πλέον.  

Θα πεί κανείς, «ωραία και θα αλλάξει αυτό αν ανασταλεί το Σύμφωνο Σταθερότητας;». Ασφαλώς όχι, αλλά είναι όμως μία ελάχιστη αναγκαία συνθήκη για να αντιμετωπίσουν έστω προσωρινά οι κυβερνήσεις τις έκτακτες ανάγκες, χωρίς να αναδεικνύεται τόσο «βίαια» και προκλητικά το πολιτικό και οικονομικό περιεχόμενο της επιλογής τους με το δάνειο στην Ουκρανία…

Το ερώτημα κατά συνέπεια δεν είναι αν αυτή η συζήτηση γίνεται ανεπίσημα ή πρέπει να γίνει επίσημα. Είναι αν θα γίνει… έγκαιρα, ή αφού το πολιτικό και οικονομικό κόστος της μη αναστολής έχει ήδη καταστεί όχι απλά κοινωνικά ανυπόφορο, αλλά και πολιτικά αποσταθεροποιητικό.