Στο νέο Audi RS 5, το πρώτο performance hybrid μοντέλο της μάρκας, το σύστημα quattro με Dynamic Torque Control φέρνει για πρώτη φορά σε μοντέλο παραγωγής ηλεκτρομηχανικό torque vectoring στον πίσω άξονα, προσφέροντας νέο επίπεδο ακρίβειας και ελέγχου.
Μέσα σε μόλις 15 χιλιοστά του δευτερολέπτου, δηλαδή περίπου 17 φορές πιο γρήγορα από το ανοιγοκλείσιμο του ματιού, το σύστημα μπορεί να μεταφέρει ροπή από τον έναν πίσω τροχό στον άλλο, ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής. Το αποτέλεσμα είναι πιο άμεση απόκριση, μεγαλύτερη σταθερότητα και υψηλότερη πρόσφυση, ακόμη και όταν το αυτοκίνητο κινείται στο όριο.
Σε αντίθεση με συμβατικά μηχανικά συστήματα, το quattro με Dynamic Torque Control δεν λειτουργεί μόνο όταν ο οδηγός επιταχύνει. Μπορεί να παρέμβει και όταν το αυτοκίνητο ρολάρει χωρίς γκάζι ή όταν φρενάρει, ανεξάρτητα από τη ροπή που αποδίδει εκείνη τη στιγμή το σύστημα κίνησης.
Κατά την είσοδο σε μια στροφή, στο φρενάρισμα, στην αλλαγή κατεύθυνσης ή στην επιτάχυνση αμέσως μετά την κορυφή της στροφής, το σύστημα κατανέμει με ακρίβεια τη ροπή μεταξύ των πίσω τροχών. Αν το αυτοκίνητο αρχίσει να εμφανίζει τάση υπερστροφής, το σύστημα μπορεί να αυξήσει τη ροπή στον εσωτερικό τροχό, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση του οχήματος. Αντίστοιχα, όταν απαιτείται περισσότερη πρόσφυση στον εξωτερικό τροχό για καλύτερη έξοδο από τη στροφή και περιορισμό της υποστροφής, η ροπή ανακατευθύνεται ανάλογα.
Η δυνατότητα αυτή βασίζεται σε έναν εντελώς νέο πίσω άξονα μετάδοσης, ειδικά σχεδιασμένο για το υβριδικό σύστημα κίνησης του νέου RS 5. Το σύστημα περιλαμβάνει έναν υδρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα μόνιμου μαγνήτη 400 Volt, ο οποίος λειτουργεί ως ενεργοποιητής υψηλής τάσης, με ισχύ 8 kW και ροπή 40 Nm. Μέσω γραναζιών μακριάς μετάδοσης και ενός ελεύθερου διαφορικού με χαμηλό ποσοστό μπλοκαρίσματος, η ροπή μπορεί να μεταφέρεται με μεγάλη ταχύτητα και ακρίβεια μεταξύ των πίσω τροχών.
Η διαφορά ροπής που μπορεί να κατανείμει το σύστημα φτάνει έως και τα 2.000 Nm προς το αριστερό ή το δεξί ημιαξόνιο, ανάλογα με τις απαιτήσεις πρόσφυσης και σταθερότητας. Με αυτόν τον τρόπο, το πίσω μέρος του αυτοκινήτου δεν ακολουθεί απλώς τις εντολές του οδηγού, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της δυναμικής συμπεριφοράς του οχήματος. Κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του συστήματος έχει η πλατφόρμα HCP1, η High-Performance Computing Platform του νέου RS 5. Πρόκειται για την κεντρική μονάδα ελέγχου του συστήματος κίνησης και της ανάρτησης, στην οποία συγκλίνουν όλες οι επιμέρους λειτουργίες. Η πλατφόρμα αξιολογεί συνεχώς την κατάσταση του αυτοκινήτου, τα δεδομένα από το περιβάλλον και τις εντολές του οδηγού, όπως οι κινήσεις του τιμονιού, ώστε να προβλέπει την πρόθεσή του και να προσαρμόζει αντίστοιχα την κατανομή της ροπής.
Το σύστημα δεν λειτουργεί απομονωμένα. Συνεργάζεται με το ηλεκτρονικό μπλοκέ διαφορικό, το brake torque vectoring και τα προσαρμοζόμενα αμορτισέρ δύο βαλβίδων του RS 5. Το ηλεκτρομηχανικό torque vectoring διαχειρίζεται κυρίως την κατανομή ροπής στον πίσω άξονα, ενώ το ηλεκτρονικό μπλοκέ και το torque vectoring μέσω πέδησης υποστηρίζουν κυρίως τον εμπρός άξονα. Η συνδυασμένη λειτουργία όλων των συστημάτων προσφέρει ταχύτερη απόκριση, πιο ακριβή τοποθέτηση του αυτοκινήτου στη στροφή και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον οδηγό.
Σημειώνουμε ότι η συμπεριφορά του συστήματος μεταβάλλεται ανάλογα με το επιλεγμένο πρόγραμμα Audi drive select, από πιο ουδέτερη και ισορροπημένη έως πιο έντονα σπορ και πισωκίνητη. Έτσι, το αυτοκίνητο μπορεί να προσαρμόζεται τόσο στην καθημερινή οδήγηση όσο και σε πιο απαιτητικές δυναμικές συνθήκες.
