Η πρόβλεψη Σάλλα για τον πληθωρισμό
Αντίστοιχα μεγάλο ενδιαφέρον έχουν όσα ανέφερε στο forum των Δελφών ο Μιχάλης Σάλλας, Πρόεδρος της Lyktos Group και επίτιμος Πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς. Αν η τιμή του πετρελαίου μονιμοποιηθεί στα 100 δολάρια το βαρέλι σε μέσο ετήσιο επίπεδο, θα υπάρξει μια αναπροσαρμογή επιτοκίων προς τα πάνω. Αυτό εκτιμάται ότι θα επιβαρύνει κατά μιάμιση τουλάχιστον μονάδα τον πληθωρισμό στην χώρα μας, ο οποίος θα μπορούσε να φτάσει το 5% στο τέλος του έτους. Σίγουρα, όπως είπε, η κατάσταση θα χειροτερέψει, αν η τιμή του πετρελαίου ανέβει στα 120 δολάρια το βαρέλι, σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν θετική κατάληξη. Σε κάθε περίπτωση, οι επιπτώσεις είναι μεγαλύτερες και άμεσες στην αγροτοδιατροφική παραγωγή, λόγω της μεγάλης αύξησης στις τιμές των λιπασμάτων και τις σημαντικές ελλείψεις που θα εμφανιστούν.
Όχι πια ο «αδύναμος κρίκος» της Ευρωζώνης η Ελλάδα
Η Ελλάδα οδεύει προς το να αφήσει πίσω της μια «ταμπέλα» που τη συνόδευε για δύο δεκαετίες, όπως επιβεβαίωσε με δημοσίευμά του και το Reuters. Η προβλεπόμενη υποχώρηση του ελληνικού δημόσιου χρέους κάτω από το ιταλικό έως το τέλος του 2026 δεν λύνει όλα τα προβλήματα, αλλά αλλάζει το σήμα που εκπέμπει η χώρα προς τις αγορές. Από την πλευρά της Αθήνας, η αποκλιμάκωση του χρέους λειτουργεί ως επιχείρημα αξιοπιστίας, ιδίως σε μια περίοδο που οι οίκοι αξιολόγησης και οι επενδυτές κοιτούν με μεγαλύτερη προσοχή τη δημοσιονομική πορεία της Ευρωζώνης. Για την Ιταλία, όμως, όπως αναφέρουν πηγές της στήλης, η ίδια προοπτική είναι αυτό που φοβάται «όπως ο διάολος το λιβάνι». Αν βρεθεί πάνω από την Ελλάδα σε χρέος, μετακινείται αυτόματα πιο κοντά στον ρόλο του αδύναμου κρίκου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις αποδόσεις των ομολόγων και την εν γένει αντιμετώπισή της από τις αγορές, σε μια ήδη νευρική διεθνή συγκυρία σήμερα. Επιπλέον, και σε θεσμικό επίπεδο, σε μια ενδεχόμενη κρίση χρέους ο πιο αδύναμος είναι αυτός που «πληρώνει το μάρμαρο», όπως μας θυμίζει η οδυνηρή μνημονιακή περιπέτεια της Ελλάδας.
Τι σημαίνει η εκτόξευση τιμής στην κηροζίνη
Ενδιαφέρον, ως συνήθως, είχε η κρυστάλλινη ανάλυση του Προέδρου της Aegean Ευτύχη Βασιλάκη στο forum των Δελφών για τις επιπτώσεις της κρίσης στην Μέση Ανατολή στις αερομεταφορές. Όπως είπε, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε από τα 70 δολάρια το βαρέλι στα 100 δολάρια, ενώ στο αεροπορικό καύσιμο η αντίστοιχη αύξηση ήταν από τα 700 στα 1.600 δολάρια. Πρόκειται δηλαδή, για αύξηση 40% στην πρώτη ύλη και 120% στο τελικό προϊόν, η οποία μεταφέρεται στις τιμές και στη ζήτηση, επηρεάζοντας τη δομή του κόστους. Κι ενώ η Aegean έχει κάνει hedging για το 60% των αναγκών της σε καύσιμο, το εναπομείναν 40% είναι ικανό για προκαλέσει τη ζημιά. Ο λόγος; Αντιστοιχεί στο 22% του λειτουργικού κόστους και αντανακλά σε ποσοστό 10-11% στους ναύλους.
Το πλήγμα στα κέρδη της P&G
Μένοντας στα της κρίσης στη «γειτονιά» μας, οι επιπτώσεις και στην εταιρική κερδοφορία καθίστανται ολοένα και περισσότερο ορατές. Έτσι, την περασμένη Παρασκευή η Procter & Gamble προειδοποίησε ότι θα έχει οικονομική επιβάρυνση της τάξεως του 1 δισ. δολαρίων στην κερδοφορία της για το 2027, ως απόρροια της εκτόξευσης των τιμών του πετρελαίου λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ο λόγος; Σημαντικό τμήμα των πρώτων υλών που χρησιμοποιεί για να παρασκευάσει τα προϊόντά της είναι παράγωγα του πετρελαίου. Συνεπώς με την τιμή του να προσεγγίζεται τα 100 δολάρια, ο αντίκτυπος στο κόστος παραγωγής είναι σημαντικός. Αντίστοιχα, για την μητρική Tide η επίδραση τοποθετείται σε περίπου 150 εκατ. δολάρια.
Τι (δεν) αλλάζει στις απάτητες παραλίες
Στη σωστή κατεύθυνση κινείται η διεύρυνση του καθεστώτος για τις «Απάτητες Παραλίες», καθώς βάζει όριο σε μια μορφή τουριστικής εκμετάλλευσης που συχνά αντιμετωπίζει τον αιγιαλό ως απλό εμπορικό προϊόν. Η αύξηση των προστατευόμενων ακτών από 238 σε 251 δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα, δείχνει όμως ότι η ανάπτυξη στις παραλίες δεν μπορεί να γίνεται χωρίς κανόνες. Σε περιοχές Natura, όπου υπάρχουν ευαίσθητα οικοσυστήματα, σπάνια είδη και ιδιαίτερη γεωμορφολογία, η απαγόρευση παραχωρήσεων και βαριών χρήσεων είναι αναγκαία συνθήκη που πρέπει να γίνει… χθες. Το ζητούμενο πλέον είναι η προστασία αυτών των οικοσυστημάτων να εφαρμοστεί και στην πράξη με ελέγχους και παρεμβάσεις όπου χρειάζεται, και να μην μείνει στα χαρτιά.
Αυτή τη φορά πλήττεται και η κινεζική βιομηχανία
Σε αντίθεση με την προηγούμενη ενεργειακή κρίση του 2022, όταν η Ευρώπη δέχτηκε το μεγαλύτερο πλήγμα, αυτή τη φορά οι επιδράσεις γίνονται αισθητές σε πολύ ευρύτερο επίπεδο. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στη βασική βιομηχανική ζώνη της Κίνας, η τιμή του ηλεκτρισμού έχει σχεδόν διπλασιαστεί εξαιτίας του αυξημένου κόστους εισαγωγής φυσικού αερίου. Εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, όμως βαίνει αυξανόμενη με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στην Ε.Ε. και αυτό αποτελεί θέμα για το Πεκίνο.
Πάει χαμένη η τελευταία “αναλαμπή” στις ΗΠΑ
Η αμερικανική παραγωγή πετρελαίου και αερίου σε σχιστολιθικά κοιτάσματα στις ΗΠΑ διανύει πλέον το λυκόφως της ανάπτυξής της, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι ειδικοί του χώρου. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτό το υψίπεδο θα προσέφερε ένα πλεόνασμα στο διεθνές ισοζύγιο παραγωγής-ζήτησης για μερικά χρόνια. Δυστυχώς, η τωρινή ενεργειακή κρίση επί της ουσίας φέρνει το ισοζύγιο στα ίσια του, εκμηδενίζοντας το όφελος που θα είχαν αλλιώς οι απανταχού καταναλωτές. Το χειρότερο είναι ότι όταν ξεμπερδέψουμε από όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, τα πράγματα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού μάλλον δεν θα είναι το ίδιο ευοίωνα σε όρους παραγωγής, όπως ήταν μέχρι σήμερα.
Η ρεαλιστική ΔΕΗ
Ο Σταύρος Παπασταύρου πιέζει εκ νέου την Κομισιόν να απομακρύνει τα εμπόδια και να δημιουργήσει μια ενιαία αγορά ενέργειας στην Ευρώπη. Η Ελλάδα ζητά στήριξη των επενδύσεων για περισσότερη συνδεσιμότητα ώστε τα Βαλκάνια να μην πληρώνουν ακριβότερα για το ηλεκτρικό ρεύμα. Πάντως, η ΔΕΗ δεν διαβλέπει λύση στο πρόβλημα πριν τα τέλη αυτής της δεκαετίας, πράγμα που αντανακλάται και στο νέο επενδυτικό της πρόγραμμα. Η επιχείρηση μελέτησε σοβαρά τις προοπτικές και εντόπισε δομικούς παράγοντες που θα κρατήσουν τις τιμές στην περιοχή ψηλότερα από την υπόλοιπη ήπειρο μέχρι τότε. Επίσης, στάθηκε στο ότι δεν υπάρχουν διακηρυγμένα σχέδια για περισσότερες διασυνδέσεις μεταξύ των κρατών, τουλάχιστον μέχρι τώρα.
