Το πλήγμα στην ελληνική μεταποίηση

Σε χαμηλό επτά μηνών υποχώρησε τον Απρίλιο ο δείκτης PMI της S&P Global για την ελληνική μεταποίηση, κλείνοντας στις 52,4 μονάδες. Παρά το γεγονός ότι ο τομέας συμπληρώνει 39 μήνες συνεχούς επέκτασης, η δυναμική του εμφανίζει σημάδια κόπωσης, καθώς η παραγωγή και οι νέες παραγγελίες αναπτύσσονται πλέον με ηπιότερους ρυθμούς. Η κύρια αιτία της επιβράδυνσης εντοπίζεται στην παγκόσμια αβεβαιότητα που πυροδοτεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Οι ελληνικές εξαγωγές δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα, καταγράφοντας τη δριμύτερη συρρίκνωση από τα τέλη του 2022. Παράλληλα, οι σοβαρές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα οδήγησαν σε ελλείψεις πρώτων υλών (πλαστικά, χημικά, πετρέλαιο), εκτινάσσοντας το κόστος εισροών στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Αυτή η πίεση οδηγεί τους Έλληνες παραγωγούς σε ταχεία μετακύλιση του κόστους στους καταναλωτές, με τις τιμές πώλησης να σημειώνουν άλμα. Παρά τη συνεχιζόμενη δημιουργία θέσεων εργασίας, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη παραμένει καθηλωμένη σε ιστορικά χαμηλά. Με τον πληθωρισμό να προβλέπεται στο 3,3% για το 2026, ο τομέας καλείται να διαχειριστεί ένα εκρηκτικό μείγμα αυξημένου κόστους και διεθνούς αστάθειας.

Η ακμή των συμβουλευτικών εταιρειών

Στην ελληνική αγορά, μέσω θυγατρικής, εισήλθε ο πολυεθνικός συμβουλευτικός όμιλος Leyton που εξειδικεύεται σε περισσότερους από 65 επιχειρηματικούς τομείς, δίνοντας έμφαση στη χρηματοδοτική υποστήριξη έργων καινοτομίας και ανάπτυξης και στη βελτιστοποίηση της φορολογικής τους στρατηγικής. Η εξέλιξη αυτή, συνδέεται με την μεγάλη κινητικότητα που υπάρχει στον κλάδο των συμβουλευτικών υπηρεσιών. Στη συγκεκριμένη «πίτα» ισχυρό μερίδιο έχουν και οι «τέσσερις μεγάλες» συμβουλευτικές – ελεγκτικές εταιρείες (PwC, Deloitte, EY, KPMG) και η Accenture, όπως και μικρότερα σχήματα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η απόκτηση από τη Bright Business Solutions πλειοψηφικού ποσοστού της DBC Diadikasia πριν από δύο χρόνια. Τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και τα νέα projects που πρόκειται να βγουν στην αγορά μέσω υφιστάμενων και νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, ενισχύουν το αντικείμενο των συμβουλευτικών εταιρειών.

R Energy 1: Δυναμική Επιστροφή στην Κερδοφορία το 2025

Η R Energy 1 ανακοίνωσε ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα για το 2025, σημειώνοντας ολική επαναφορά στην κερδοφορία. Παρά την οριακή κάμψη του κύκλου εργασιών στα 4,4 εκατ. ευρώ, η εταιρεία πέτυχε εντυπωσιακή αύξηση του EBITDA κατά 96,4% (3,6 εκατ. ευρώ), με το περιθώριο κερδοφορίας να εκτοξεύεται στο 81,7%. Η μετάβαση από ζημιές 1,8 εκατ. ευρώ σε καθαρά κέρδη 0,8 εκατ. ευρώ αναδεικνύει την επιτυχημένη διαχείριση κόστους και την αποδοτικότητα του χαρτοφυλακίου της. Για την περαιτέρω θωράκιση της κεφαλαιακής της διάρθρωσης, η εταιρεία δρομολογεί αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους €5 εκατ. Στρατηγικά, ο Όμιλος επικεντρώνεται στις ΑΠΕ, με έργα άνω των 150 MW σε τροχιά υλοποίησης έως το 2027. Ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Γεώργιος Ρόκας, δήλωσε πως η ανάκαμψη αυτή επιβεβαιώνει τη στρατηγική εστίαση στην ενίσχυση της ρευστότητας και τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για τους μετόχους, διατηρώντας ηγετική θέση στην πράσινη ενέργεια.

Τι ζήτησαν οι Γάλλοι της Qair

Την πρόοδο της Ελλάδας και την πολιτική βούληση της ελληνικής κυβέρνησης στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) αναγνώρισε η γαλλική Qair Energy, με αφορμή τη συμμετοχή της στις διμερείς επαφές κατά την επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν. Πάντως, ο ενεργειακός όμιλος άφησε ορισμένες αιχμές, επισημαίνοντας ότι απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια για την επιτάχυνση της αδειοδοτικής διαδικασίας των έργων. «Τα έργα της Qair στα φωτοβολταϊκά και την αποθήκευση στην Ελλάδα είναι έτοιμα προς ανάπτυξη, αλλά χρειάζονται πιο γρήγορες ενέργειες από τις τοπικές αρχές», πρόσθεσε η εταιρεία.

Στην αντεπίθεση οι «φωτοβολταϊκοί»

Σειρά ανακοινώσεων και επιστολών ακολούθησαν τις δηλώσεις του Υφυπουργού Ενέργειας, Νίκου Τσάφου, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται να δοθεί στήριξη στους παραγωγούς φωτοβολταϊκών για τα χαμένα έσοδα που προκύπτουν από τις περικοπές και τις μηδενικές τιμές ρεύματος. Οι σύνδεσμοι του κλάδου αντέδρασαν έντονα, με την ΠΟΣΠΗΕΦ να κάνει λόγο για επικείμενη χρεοκοπία χιλιάδων μικρομεσαίων παραγωγών αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα. Ο σύνδεσμος «Ήλιος» τόνισε ότι οι παρατεταμένες ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών δεν αποτελούν «επιτυχία» του συστήματος, αλλά ένδειξη δυσλειτουργίας του. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ΣΠΗΕΦ Θεσσαλονίκης σχολίασε ότι το αφήγημα του «φθηνού ρεύματος» τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η οικονομική εξόντωση των παραγωγών ΑΠΕ. Παράλληλα, οι μικρομεσαίοι παίκτες του χώρου προειδοποιούν ότι η κατάσταση θα οδηγήσει μοιραία σε χρεοκοπίες και εξαγορές έργων από μεγάλους ομίλους, εγείροντας ζήτημα «ενεργειακής δημοκρατίας» σε όσα συμβαίνουν αυτό το διάστημα.

Ξεχωρίζει η «ήρα από το στάρι» για τα φοροπρόστιμα

Μια πιο σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πραγματική φορολογική παράβαση και την τυπική καθυστέρηση επιχειρεί να θέσει το νέο πλαίσιο για τα φορολογικά πρόστιμα. Με τις αλλαγές του πολυνομοσχεδίου, οι εκπρόθεσμες μηδενικές ή πιστωτικές δηλώσεις ΦΠΑ δεν θα αντιμετωπίζονται πλέον με τον ίδιο τρόπο όπως οι δηλώσεις από τις οποίες προκύπτει φόρος προς καταβολή. Σκοπός είναι να ξεχωρίζει η «ήρα από το στάρι», χωρίς να ακυρώνεται το πλαίσιο των κυρώσεων. Για επιχειρήσεις και επαγγελματίες με απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία, το πρόστιμο περιορίζεται στα 100 ευρώ, αντί των 250 ή 500 ευρώ που ίσχυαν. Η ρύθμιση έχει αναδρομική ισχύ από τις 19.04.2024 και προβλέπει διόρθωση, διαγραφή, συμψηφισμό ή επιστροφή προστίμων όπου απαιτείται.

Πιο γρήγορη διαδικασία στις εξώσεις, αλλά το ίδιο αδιέξοδο για τα ενοίκια

Επιταχύνεται η διαδικασία απόδοσης ενός ακινήτου στον ιδιοκτήτη σε περιπτώσεις μη καταβολής μισθώματος, ωστόσο αυτό δεν επιλύει την αιτία που οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε αδυναμία πληρωμής. Το νέο πλαίσιο δίνει λύση στους ιδιοκτήτες που έβλεπαν τα ακίνητά τους δεσμευμένα χωρίς εισόδημα, αλλά δεν μειώνει το βάρος που επωμίζονται οι ενοικιαστές από τις υψηλές τιμές των μισθωμάτων, την ακρίβεια και τη συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Έτσι, ενώ οι εξώσεις γίνονται πιο άμεσες, το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει «ορθάνοιχτο».