Στα αμερικανικά ΜΜΕ από τον περασμένο Νοέμβριο «έπαιζε», μεταξύ άλλων όσο αφορά στις τότε προετοιμασίες για την επέμβαση στην Βενεζουέλα, μία αναφορά που ίσως τράβηξε λιτότερο την προσοχή από όσο θα έπρεπε.

Η «αναφορά» εκείνη υπογράμμιζε την σημασία που είχε για τα αμερικανικά διυλιστήρια πετρελαίου και βενζίνης, το ιδιαίτερης σύνθεσης «βαρύ» μαζούτ που παρά τις κυρώσεις εξακολουθούσε να τροφοδοτεί τα αμερικανικά διυλιστήρια της περιοχής του Κόλπου του Μεξικού. Και το οποίο δεν μπορούσε να υποκατασταθεί από ανάλογης κλίμακας τροφοδοσία από άλλες περιοχές όπως της Μέσης Ανατολής, κλπ.

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ εκείνα, το σύνολο σχεδόν της αμερικανικής βιομηχανίας διύλισης στην περιοχή του Κόλπου του Μεξικού, ήταν κατασκευασμένο και προσαρμοσμένο έτσι ώστε να «δουλεύει» με την πρώτη ύλη που ερχόταν «άφθονη» και «φθηνή» για δεκαετίες από την Βενεζουέλα. Πολύ πριν η τεχνολογία φέρει στην αγορά το σχιστολιθικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο στις ΗΠΑ, με το οποίο έγινε ο μεγαλύτερος παραγωγός ορυκτών καυσίμων στον κόσμο.

Κάποιοι αναλυτές μάλιστα τότε, τον περασμένο Νοέμβριο δηλαδή, είχαν οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο Τράμπ απειλούσε μεν την Βενεζουέλα και ασφαλώς θα ήθελε την αλλαγή του Μαδούρο από ένα άλλο «φιλικό» προς τις ΗΠΑ καθεστώς, αλλά ποτέ δεν θα διακινδύνευε μία επέμβαση που θα μπορούσε να προκαλέσει έστω και προσωρινή διακοπή της ροής του μαζούτ από την γειτονική χώρα.

Άλλωστε και παρά τις κυρώσεις στην Βενεζουέλα επί Μαδούρο, η Chevron είχε ειδική άδεια από την Ουάσιγκτον για να εξασφαλίζει, την έστω και μειωμένη ροή, στο «βαρύ» μαζούτ της χώρας προς τα διυλιστήρια του Κόλπου του Μεξικού.

Τα γεγονότα διέψευσαν την εκτίμηση αυτή και τώρα – σύμφωνα με την τρέχουσα αρθρογραφία στα εξειδικευμένα ενεργειακά αμερικανικά ΜΜΕ – μετά την επέμβαση, η όλη συζήτηση που ακολουθεί, είναι το πόσο θα κοστίσει σε χρήμα και χρόνο η αποκατάσταση της κανονικής ροής για το «βαρύ» μαζούτ από τις εξορύξεις της Βενεζουέλα στον Κόλπο του Μεξικού.

Η «αποκατάσταση» αυτή, σύμφωνα με τα όσα τώρα αναφέρονται, θα κοστίσει περί τα 10 δις δολ. ετησίως για δέκα περίπου χρόνια. Και θα αφορά σε αντικατάσταση κατεστραμμένων και μη συντηρημένων – λόγω των κυρώσεων και του αποκλεισμού – εγκαταστάσεων και αγωγών προκειμένου να επανέλθει η τροφοδοσία των αμερικανικών διυλιστηρίων στα επίπεδα του 1974, όταν η παραγωγή έφτανε τα 4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, από το μόλις ένα εκατ. που είχε πέσει το 2024 – 25…

Αυτή η πλευρά της πραγματικότητας, ίσως ερμηνεύει κάποιες παραδοξότητες στις «συμπεριφορές», που έχουν δημιουργήσει ερωτηματικά, τόσο από την πλευρά Τράμπ όσο και από την πλευρά του Καράκας και την στάση που θα κρατήσει η κα Ροντρίγκεζ, αντιπρόεδρος του Μαδούρο και σημερινή επικεφαλής της κυβέρνησης στην Βενεζουέλα. Και να επιτρέψει κάποιες διαφορετικές «αξιολογήσεις» στις δηλώσεις που έχουν ακολουθήσει και από τις δύο πλευρές.

Βέβαια πέραν της στενά οικονομικής πλευράς αυτής της οπτικής για την κατανόηση όσων συνέβησαν προχθές στην Βενεζουέλα, υπάρχουν και οι γεωπολιτικές συνέπειες αυτής της επέμβασης από την πλευρά της Ουάσιγκτον. Συνέπειες που ασφαλώς συνδέονται με τις «γραμμές» πολιτικής που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της νέας Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ στο περιβόητο έγγραφο που παρουσιάστηκε πρόσφατα. Και συνήθως οι συνέπειες από τέτοιας κλίμακας γεγονότα συνήθως ξεπερνούν τα όρια και τις προθέσεις όσων τα δημιουργήσαν…

Αλλά αυτό είναι κάτι που υπερβαίνει τα όρια του σημερινού σχολίου στα Οικονοκλαστικά.