Η επικεφαλής της ΕΚΤ κα Λαγκάρντ πρόσφατα θεώρησε αναγκαία μία επισήμανση σε σχέση με την συνεχιζόμενη κρίση και τον πόλεμο στον Κόλπο. Είπε, ότι αν η κρίση συνεχιστεί, το πρόβλημα πλέον «μετακινείται» από τις ακριβότερες τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, στον κίνδυνο να προσφύγουμε σε «δελτία» τροφοδοσίας για την κατανάλωση.
Με απλά λόγια η συνέχιση της κρίσης μεταλλάσσει το πρόβλημα, από την ακρίβεια των προϊόντων ενεργειακών και άλλων παραγώγων τους, στην έλλειψή τους και στην ανεπάρκεια τροφοδοσίας.
Σχετικά πρόσφατα από τις γραμμές αυτές είχαμε επισημάνει (14/4 Οικονοκλαστικά: «Όταν οι αντλίες καυσίμων και οι αποθήκες λιπασμάτων αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τα … ομόλογα») ότι η διάρκεια της κρίσης με τον πόλεμο, οδηγεί σε προβλήματα τροφοδοσίας που είναι διαφορετικής σημασίας από εκείνα της ακρίβειας και του πληθωρισμού τιμών.
Πράγματι, οι μεγαλύτεροι ενεργειακοί «traders» του πλανήτη, από το βήμα του συνεδρίου που οργάνωσαν οι Financial Times, προειδοποίησαν πρόσφατα ότι «ελλείψεις σε καύσιμα και λιπάσματα είναι αναπόφευκτες αν το Hormuz παραμείνει κλειστό…». Και ότι «ακόμη και αν ανοίξει σύντομα, η ζημιά που έχει ήδη συσσωρευτεί είναι υπερβολικά μεγάλη για να μείνει αόρατη στην Ευρώπη…».
Γιατί ειδικά στην Ευρώπη; Γιατί η «Ενωμένη Ευρώπη», ακόμα και στην εκδοχή της της Ευρωζώνης (που ενοποιείται από το Ευρώ), παραμένει το «άθροισμα» χωρών με διαφορετικές οικονομίες και αντοχές απέναντι στις κρίσεις και όχι μία ενιαία οικονομία.
Η πραγματικότητα των συνεπειών του πολέμου στον Κόλπο είναι απλή αλλά και σκληρή.
Αν το diesel συνεχίσει να διαμορφώνει τις τιμές του από τις συνέπειες του πολέμου σε υψηλά επίπεδα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, οι παραγωγοί θα το διοχετεύσουν αλλού. Εκεί που οι αγοραστές που μπορούν να το πληρώσουν, όπως π.χ. γίνεται ήδη με κάποιες χώρες της Ασίας. Ήδη οι ονομαστικές τιμές απέχουν από τις τιμές spot μερικές δεκάδες δολάρια…
Ταυτόχρονα, τα κράτη που έχουν «δημοσιονομικό χώρο», λέγε με Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, κ.λ.π., θα είναι σε θέση να επιδοτήσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά, να «αγοράσουν» την πρόσβασή τους στα ακριβά και σε έλλειψη προϊόντα και υπηρεσίες, τους λεγόμενους σπάνιους «πόρους». Με το Σύμφωνο Σταθερότητας όμως εν ενεργεία πολλά άλλα κράτη της ΕΕ -μαζί και η Ελλάδα- δεν θα είναι σε θέση να το κάνουν αυτό σε επίπεδα που να διασφαλίζει τις ανάγκες τους, καθώς οι «δανειστές» δεν είναι διατεθειμένοι να το πληρώσουν εκείνοι.
Το αποτέλεσμα αυτής της συνδυασμένης πίεσης ακρίβειας και επάρκειας ενισχύει την δυναμική της εσωτερικής διαφοροποίησης των πολιτικών των κυβερνήσεων της ΕΕ (όπως φαίνεται και από τις ανακοινώσεις των «μέτρων» των κυβερνήσεων τα τελευταία 24ωρα) και της «διαίρεσης» της Ευρώπης, όχι στη βάση συνολικών οριζόντιων πολιτικών. Αλλά στη βάση της διαφορετικής «ικανότητας» πρόσβασης σε βασικά αγαθά, όπως το Diesel τα λιπάσματα και σε τελευταία ανάλυση την ανελαστική ανάγκη για επάρκεια τροφίμων.
Και ας μην μιλήσει κανείς για ισχυρή αλληλεγγύη στο εσωτερικό της ΕΕ γιατί ακόμα θυμόμαστε τι συνέβη με τον Covid, όταν ολόκληρες πόλεις στην Ιταλία είχαν χτυπηθεί και βρίσκονταν σε τρομακτική θέση, η Γερμανία δεν είχε διστάσει να κατάσχει τα φορτία των αναπνευστήρων που είχαν παραγγελθεί και ταξίδευαν ήδη για τις αποκλεισμένες πόλεις της Ιταλίας.
Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, όταν δοκιμάστηκε στην πράξη σε ακραίες καταστάσεις (covid), αποδείχθηκε… εύθραυστη.
Σε μια κρίση ενεργειακής ανεπάρκειας, ποιοτικά και ποσοτικά χειρότερη, εκείνης του 2022 (τότε δεν υπήρξε φόβος ούτε μια στιγμή για ελλείψεις diesel), η «δοκιμασία» της σήμερα θα είναι πολύ σοβαρότερη. Η διατήρηση μάλιστα του ζουρλομανδία του Συμφώνου Σταθερότητας εν ενεργεία σε τέτοιες συνθήκες, κάνει την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Και ασφαλώς αυτό δεν ενισχύει την ευρωπαϊκή «συνοχή».