Η πολυαναμενόμενη συνάντηση σήμερα στο Πεκίνο του κινέζου προέδρου Ξι Ζινπίνγκ (ή Σι Τζινπίνγκ κατά την Google), με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, συγκεντρώνει δικαιολογημένα την προσοχή του… πλανήτη.
Τα ζητήματα που κυριαρχούν στην ατζέντα είναι αναμφίβολα οι δασμοί και το διεθνές εμπόριο, η κρίση στον Περσικό Κόλπο και – κυριαρχικά – η αμερικανική παρέμβαση στις σχέσεις Κίνας – Ταϊβάν.
Και το ερώτημα που τίθεται, πριν αρχίσουν οι «διαπραγματεύσεις», είναι ποιος σε κάθε ένα από τα ζητήματα βρίσκεται σε πλεονεκτική ή μειονεκτική θέση.
Η μέχρι στιγμής «εμπειρία» από την θητεία Τράμπ (που είχε επισκεφθεί την Κίνα και το 2017), είναι ότι μέσα σε ένα χρόνο έχει κάνει ότι μπορεί για να φέρει την Κίνα σε δύσκολη θέση και στα τρία αυτά «καυτά» ζητήματα. Τόσο με τους δασμούς και τον εμπορικό πόλεμο, όσο και με την επίθεση στο Ιράν, μεγαλύτερο προμηθευτή της Κίνας σε πετρέλαιο και πολύ περισσότερο με την Ταϊβάν την οποία απειλεί να εξοπλίσει με υψηλής τεχνολογίας όπλα απέναντι στην Κίνα…
Σ’ αυτή την βάση για να αντιληφθεί κανείς τις «δυνατότητες» και τις προοπτικές, μέσα από αυτή την συνάντηση, πρέπει να δει που βρίσκονται οι «ισορροπίες» στα τρία αυτά μέτωπα, ήτοι το εμπόριο, το Ιράν και την Ταϊβάν.
Ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε η Ουάσιγκτον είχε σαφέστατο και ομολογημένο στόχο να πλήξει το κινεζικό βιομηχανικό σύστημα. Να «δούμε» πως αυτό έχει αλλάξει μετά τον δασμολογικό πόλεμο του Τράμπ. Οι δασμοί που επέβαλε ο Τραμπ υποχώρησαν τελικά από το αρχικό 145% στο 32%, καθώς το Πεκίνο αντέδρασε απειλώντας να περιορίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών, ενός τομέα στον οποίο η Κίνα κατέχει σχεδόν μονοπωλιακή κυριαρχική παρουσία. Ταυτόχρονα, οι κινεζικές εξαγωγές κατέρριψαν ρεκόρ (!) αύξησης, βασικά μέσω νέων αγορών και συμφωνιών με χώρες του αποκαλούμενου Παγκόσμιου Νότου. Και όλα αυτά με την Κίνα να αναπτύσσεται και σε ορισμένες τεχνολογικές περιοχές να προηγείται σε ρομποτική, ανανεώσιμη ενέργεια και ανοιχτή τεχνητή νοημοσύνη. Και στα τρία αυτά μέτωπα αντιπαλότητας και αναμέτρησης οι ΗΠΑ εμφανίζονται να έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής χωρίς σαφή «εργαλεία» άσκησης καταλυτικής πίεσης στην Κίνα.
Όσο αφορά την κρίση στον Περσικό Κόλπο η κατάσταση εμφανίζεται αδιέξοδη, αλλά με κάποιο τρόπο τελικά η σαφής κινεζική εξάρτηση από το ιρανικό πετρέλαιο έχει μετατραπεί σε… σιωπηρό πλεονέκτημα. Το Πεκίνο, χάρη σε μεγάλα στρατηγικά αποθέματα (έχει υπερτριπλάσια σε ποσότητα στρατηγικά αποθέματα από τον δεύτερο, τις ΗΠΑ) ενώ διαθέτει εναλλακτικά ενεργειακά δίκτυα και προς το παρόν τουλάχιστον για το ορατό μέλλον δεν ανησυχεί για τυχόν διαταραχές. Επίσης οι αμερικανικές κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες αποδεικνύονται χωρίς σοβαρή πρακτική συνέπεια. Την ίδια στιγμή η Ουάσιγκτον «πληρώνει» οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος στη Μέση Ανατολή, αλλά και στο εσωτερικό πολιτικό της μέτωπο, χωρίς σαφή «κέρδη», καθώς οι «αντοχές» του Ιράν αποδεικνύονται πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που οι ΗΠΑ είχαν υπολογίσει. Η Κίνα, αντίθετα, χωρίς να έχει άμεση επίσημη εμπλοκή, εμφανίζεται εν όψη και της συνάντησης στο Πεκίνο, ως ο μόνος (;) διεθνής παράγοντας που μπορεί να συνδιαλέγεται και με τις δύο πλευρές με την Ρωσία να είναι η μόνη εναλλακτική προοπτική.
Όσο αφορά τώρα το πλέον «εύφλεκτο» ζήτημα για την Κίνα, που είναι η σύγκρουση με την Ταϊβάν και το μέλλον της, η κατάσταση επισήμως έχει ως εξής. Για το Πεκίνο, η τύχη της Ταϊβάν, αποτελεί αδιαπραγμάτευτο «εθνικό ζήτημα», με την Κίνα προφανώς λόγω γεωγραφικής θέσης αλλά και ισχύος, να διαθέτει καθαρή τοπική στρατιωτική υπεροχή. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να στηρίζουν την Ταϊβάν πολιτικά και στρατιωτικά, χωρίς όμως καθορισμένη στρατηγική απάντησης σε ενδεχόμενη κλιμάκωση. Η αμερικανική αύξηση πίεσης φαίνεται να περνάει και μέσα από την αύξηση της ιαπωνικής εμπλοκής, αλλά δεν έχει υπάρξει μία σαφής διατύπωση θέσεων του μέχρι που θέλουν να τραβήξουν το σχοινί οι ΗΠΑ. Ο Τραμπ σύμφωνα με τα διπλωματικά «δεδομένα» βρίσκεται μπροστά στο καθοριστικής σημασίας δίλημμα ανάμεσα στην τακτική της «αποτροπής» ή την «εμπλοκή».
Τυπικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Τράμπ έχει επιλέξει να κάνει μία επίσκεψη στο Πεκίνο με όρους στους οποίους η Κίνα φαίνεται να μπαίνει στις διαπραγματεύσεις μάλλον από μία σχετική θέση ισχύος. Έχει παρά τα όσα έχουν συμβεί σταθερή οικονομία, ενεργειακή ασφάλεια και στρατηγική με μη αμφισβητήσιμη… αυτοπεποίθηση.
Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους με την τακτική Τράμπ να κάνει ένα βήμα μπρος ένα πίσω, διατηρούν μεν τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά δυσκολεύονται να την «μεταφράσουν» σε μία ξεκάθαρη αποτελεσματική και ορατή πολιτική.
Τυπικά με βάση τους διπλωματικούς κανόνες, θα μπορούσε να πει κανείς ότι στη συνάντηση του Πεκίνου, ο Ξι Ζινπίνγκ είναι εκείνος που θέτει την ατζέντα. Και ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται απλώς να διαχειριστεί τις συνέπειες της νέας παγκόσμιας ισορροπίας. Αλλά με τις απρόβλεπτες και πέρα από τα όρια των κανόνων της επίσης διπλωματίας κινήσεις του Τράμπ κανείς δεν μπορεί να πεί με βεβαιότητα, ότι οι εκπλήξεις δεν θα είναι το βασικό μενού στο τραπέζι στο Πεκίνο…
Σε λιγότερο από 48 ώρες θα ξέρουμε αν ο κόσμος έχει αλλάξει σε κάτι ή όχι.