Η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, αυτή την φορά αναδεικνύει κάτι, που οι αναλυτές της αρμόδιας Γενικής διεύθυνσης της ΤτΕ, αλλά προφανώς και ο ίδιος ο Διοικητής, έκριναν ότι είναι σημαντικό να «μάθουμε» ή καλύτερα να προσέξουμε.

Η Έκθεση έφερε στο προσκήνιο έναν «δείκτη» που δεν συνηθίζεται να συγκεντρώνει την προσοχή, που από την φύση του θε έπρεπε να έχει για κάθε οικονομία και ειδικά για την ελληνική, μετά από μία εφιαλτική δεκαετία (και βάλε) μνημονιακής στρέβλωσης. Αναφερόμαστε στον δείκτη της Καθαρής Διεθνούς Επενδυτικής Θέσης της χώρας, η οποία παραμένει βαθιά αρνητική.

Η επισήμανση αυτή είναι καθοριστική και χαρακτηρίζει την κατάσταση της οικονομίας, αλλά και της πολιτικής, με την οποία γίνεται η διαχείρισή της, γιατί αφ’ ενός αποκαλύπτει τον βαθμό εξάρτησης της εγχώριας οικονομίας από εξωτερική χρηματοδότηση. Και αφετέρου γιατί επιτρέπει να δεί και να συνεκτιμήσει κανείς τις συνέργειες και συνέπειες αυτής της εξάρτησης με την τρέχουσα κατάσταση. Πολύ περισσότερο μάλιστα που η εξάρτηση αυτή αφορά σε συνθήκες και περιβάλλον διεθνώς ασταθές και ακραία προβληματικό λόγω του πολέμου και των συνεπειών του.

Μια εξάρτηση δηλαδή, η οποία αναδεικνύει το εύρος της διαρθρωτικής οικονομικής και πολιτικής ευπάθειας της οικονομίας της χώρας.

Στο σημείο αυτό βέβαια κάποιος, σωστά θα υπενθυμίσει ότι η εφιαλτική μνημονιακή δεκαετία (και βάλε), συνοδεύεται από κάποια εργαλεία «εγγύησης ασφάλειας». Δηλαδή την αναδιάρθρωση και ανασύνθεση του χρέους που παρ’ ότι γιγάντιο σε σχέση με το ΑΕΠ, εν τούτοις διαθέτει ένα πλέγμα «προστασίας» με το μεγαλύτερο μέρος του να έχει σταθερό και χαμηλό επιτόκιο, να έχει εξαιρετικά μακρά διάρκεια λήξης και να βρίσκεται εκτός αγορών, στα χέρια θεσμικών (GLF, EFSF/ESM) δανειστών. Αυτό σιωπηρά σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζεται τουλάχιστον στον ορατό ορίζοντας, κίνδυνος μιας κλασικού τύπου κρίσης χρέους τύπου 2010–2012. Το «μαξιλάρι» του EFSF/ESM είναι πραγματικό και σταθερά συρρικνώνει το χρέος ως προς το ΑΕΠ με την ενεργό διαχείρισή του από τον ΟΔΔΗΧ.

Όμως εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτό «προστατεύει» το δημόσιο, όχι την οικονομία στο σύνολό της (αν και με τις εγγυήσεις του Ηρακλή Ι και ΙΙ και ΙΙΙ η προστασία αυτή έχει εν μέρη επεκταθεί σιωπηρά και στο τραπεζικό σύστημα).

Ο δείκτης όμως της Καθαρής Διεθνούς Επενδυτικής Θέσης αφορά και τις τράπεζες, κυρίως όμως τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά,  αφορά δηλαδή ακριβώς εκείνο το τμήμα του συστήματος που παραμένει εκτεθειμένο και ανοικτό στις «εξελίξεις» και τα «δεδομένα» της οικονομικής πραγματικότητας .

Σ’ αυτό το «σκηνικό» είναι που έρχεται η ενεργειακή κρίση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ευπάθειας και «ευαλωτότητας».

Να μη ξεχνάμε ότι η οικονομία της Ευρώπης και της Ευρωζώνης ειδικά, βιώνει σήμερα εκ νέου την δυναμική της ενεργειακής κρίσης χωρίς να έχει καν καταφέρει να αντιμετωπίσει την προηγούμενη φάση της που ξέσπασε το 2022… Ήδη ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει άρδην τα δεδομένα, επιδεινώνοντας την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας καθώς δέχεται την συνδυασμένη πίεση της ενεργειακής κρίσης, του δεύτερου κύματος πληθωρισμού σε συνθήκες οικονομικής επιβράδυνσης και του κατακερματισμού του εύρους των συνεπειών της υψηλής υπερχρέωσης στις αγορές ομολόγων και τις χρηματιστηριακές αγορές.

Η Ελλάδα είναι εισαγωγέας ενέργειας με υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο και περιορισμένη εγχώρια παραγωγή. Σε κάθε φάση ενεργειακής αστάθειας, οι εισαγωγές φουσκώνουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αυτό με την σειρά του επιδεινώνει την ήδη αρνητική επενδυτική θέση της οικονομίας με αποτέλεσμα η  οικονομία της χώρας να οδηγείται σε ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη εξωτερικής χρηματοδότησης. Μιας χρηματοδότησης η οποία, σε συνθήκες κρίσης, γίνεται αναπόφευκτα ακριβότερη και πιο ασταθής.

Το μεγάλο αλλά προσωρινό πλεονέκτημα εδώ είναι η ύπαρξη του Ταμείου Ανάκαμψης που αποτελεί «κληροδότημα» της κρίσης από την πανδημία. Αλλά όπως είναι γνωστό το «πλεονέκτημα» αυτό τελειώνει σε λιγότερο από έξι μήνες και δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα που να το υποκαθιστά σαν βασικό βραχίονα χρηματοδότησης της οικονομίας. Έτσι η ενέργεια, με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο ζήτημα κόστους παραγωγής· είναι ζήτημα εξωτερικής ισορροπίας και επιβίωσης και πάλι.

Ο τρίτος παράγοντας που έρχεται να κλείσει τον… κύκλο είναι ο πληθωρισμός.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έχει διπλό χαρακτήρα. Έχει το εισαγόμενο σκέλος, λόγω εξάρτησης από την ενέργεια (μεταφορές, καύσιμα, κ.λ.π.), τα λιπάσματα στην γεωργία και τις πρώτες ύλες. Αλλά είναι και δομικός, λόγω της περιορισμένης παραγωγικής βάσης και του «ατελούς ανταγωνισμού», για να το πούμε λίγο… διακριτικά, στην εγχώρια αγορά. Σε πληθωριστικό περιβάλλον, φυσιολογικά η ΕΚΤ «κανονικά» διατηρεί υψηλά επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Το κόστος δανεισμού με άλλα λόγια ανεβαίνει για επιχειρήσεις και τράπεζες, η εξυπηρέτηση του ιδιωτικού χρέους γίνεται πιο δύσκολη και η κατανάλωση από την οποία εξαρτάται το ελληνικό ΑΕΠ…συμπιέζεται.

Το δημόσιο χρέος είναι μεν «θωρακισμένο», αλλά το ιδιωτικό δεν είναι.

Τα τρία αυτά στοιχεία, η αρνητική επενδυτική θέση, η αρνητική ενεργειακή εξάρτηση και οι επερχόμενες διπλής προέλευσης πληθωριστικές πιέσεις, δεν λειτουργούν «αθροιστικά», αλλά αλληλοτροφοδοτούνται, γεγονός που δημιουργεί μια δυναμική… καταστροφικής «δίνης» για την οικονομία.

Σχηματίζουν ένα «τρίγωνο» αλληλοτροφοδοτούμενης ευπάθειας που παρ’ ότι δεν οδηγεί αναγκαστικά και άμεσα σε κρατική χρεοκοπία, φρενάρει άσχημα την οικονομική δραστηριότητα για να μη μιλήσουμε για ανάπτυξη, πιέζει τις τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (ο κ. Στουρνάρας ήδη συνιστά στις τράπεζες αυστηρότερα κριτήρια χορηγήσεων), αποθαρρύνει επενδύσεις και αποτρέπει κάθε σχεδιασμό έστω και στοιχειώδους διαρθρωτικής ανασυγκρότησης μετά την μνημονιακή λαίλαπα.

Αν σ’ αυτό τον σαφή και ορατό «κίνδυνο» συνυπολογίσει κανείς και το επίσης ορατό ενδεχόμενο μιας πολιτικής κρίσης, δημιουργείται ένα ιδιότυπο και με καινούργια χαρακτηριστικά πολιτικό οικονομικό «κοκτέιλ»… εκρηκτικών διαστάσεων. Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσε να επισημάνει κανείς με αφορμή την ανάδειξη του αρνητικού δείκτη της Καθαρής Διεθνούς Επενδυτικής Θέσης της χώρας από την Έκθεση του κ. Στουρνάρα.