Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, να δηλώνει έτοιμος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία εναντίον του Ιράν. Στην πράξη, όμως, οι επιλογές του είναι ελάχιστες και δύσκολα θα μπορούσαν να βοηθήσουν ουσιαστικά το κίνημα διαμαρτυρίας στη χώρα. Άλλωστε, η ιστορία δείχνει ότι οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην περιοχή σπάνια είχαν θετικά αποτελέσματα.
Παρακινημένος από την επιχείρηση κατά του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα —μια κίνηση που χρειάστηκε μήνες προετοιμασίας— ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε ανοιχτά για στρατιωτική δράση κατά του καθεστώτος του Ιράν, χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη στρατιωτική ετοιμότητα. Αντιθέτως, τους τελευταίους μήνες οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες στην περιοχή έχουν μειωθεί, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τις επιλογές.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν αναπτύξει αεροπλανοφόρο στη Μέση Ανατολή από τον Οκτώβριο, έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια συνεχούς παρουσίας. Πλοία όπως το USS Gerald R. Ford και το USS Nimitz έχουν μετακινηθεί μακριά από την περιοχή, στην Καραϊβική και στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ αντίστοιχα.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αεροπορική ή πυραυλική επίθεση —ακόμη και κατά της ίδιας της ηγεσίας του Ιράν— θα έπρεπε να βασιστεί σε αμερικανικές ή συμμαχικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Μια άλλη επιλογή θα ήταν επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας, όπως εκείνες με βομβαρδιστικά B-2, όμως ένα τέτοιο χτύπημα σε αστική περιοχή θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και ακραίο.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να εξασφαλίσουν τη συναίνεση χωρών όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν ή η Σαουδική Αραβία για τη χρήση των βάσεών τους — και να τις προστατεύσουν από πιθανά ιρανικά αντίποινα. Ακόμη κι αν οι βάσεις αυτές δεν χρησιμοποιούνταν άμεσα, η Τεχεράνη έχει ήδη απειλήσει με επιθέσεις σε αμερικανικούς στόχους σε περίπτωση χτυπήματος.
Παρότι το Ιράν υπέστη σοβαρές απώλειες στον σύντομο πόλεμο με το Ισραήλ το καλοκαίρι και τα συστήματα αεράμυνάς του αποδυναμώθηκαν, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πυραυλικό οπλοστάσιο. Πολλές εγκαταστάσεις εκτόξευσης παραμένουν κρυμμένες στα βουνά, ενώ εκτιμάται ότι η χώρα διαθέτει περίπου 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους, ικανούς —αν εκτοξευθούν μαζικά— να διαπεράσουν τις άμυνες ΗΠΑ και Ισραήλ.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι άλλο: Τι ακριβώς θα βομβάρδιζαν οι ΗΠΑ; Οι διαδηλώσεις και η βίαιη καταστολή τους εκτυλίσσονται σε ολόκληρη τη χώρα. Η στοχοποίηση δεν είναι ποτέ απόλυτα ακριβής και ο κίνδυνος λαθών ή απωλειών αμάχων σε πόλεις θα ήταν μεγάλος, χωρίς να είναι καθόλου βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα είχε αποτέλεσμα στο πεδίο.
Επιπλέον, το ιρανικό καθεστώς θα μπορούσε εύκολα να εκμεταλλευτεί μια αμερικανική επίθεση για να συσπειρώσει όση υποστήριξη του έχει απομείνει, επικαλούμενο τη μακρά ιστορία ξένων παρεμβάσεων, που ξεκινά από το πραξικόπημα του 1953. Παρά τη λαϊκή δυσαρέσκεια, το καθεστώς δεν δείχνει αδύναμο και έχει ήδη αντέξει σοβαρές πιέσεις, ακόμη και στρατιωτικές.
Όπως σημειώνει η Ροξάν Φαρμανφαρμαιάν, ειδικός σε θέματα ασφάλειας, στο Ιράν εξακολουθεί να υπάρχει «μια συνεκτική κυβέρνηση, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και μηχανισμοί ασφαλείας». Η σκληρή καταστολή δείχνει ότι το καθεστώς είναι αποφασισμένο να κρατήσει τον έλεγχο με κάθε κόστος.
Ένα ακραίο σενάριο θα ήταν μια άμεση επίθεση στον ανώτατο ηγέτη, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Αν και στρατιωτικά ίσως να ήταν πιο «απλή» από μια επιχείρηση ανατροπής, θα αποτελούσε τεράστια κλιμάκωση, με σοβαρές νομικές και πολιτικές συνέπειες — και δεν θα εγγυόταν αλλαγή καθεστώτος. Άλλωστε, υπάρχει ήδη σχέδιο διαδοχής σε περίπτωση θανάτου του.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν απλώς η ενίσχυση των Φρουρών της Επανάστασης. Το καθεστώς άλλωστε άντεξε ακόμη και μετά τη δολοφονία δεκάδων ανώτερων στελεχών του από το Ισραήλ. Λίγα «χτυπήματα επίδειξης» από τις ΗΠΑ δύσκολα θα άλλαζαν την κατάσταση, ενώ ούτε οι σύμμαχοι, ούτε το Κογκρέσο, ούτε ο ίδιος ο Τραμπ φαίνεται να θέλουν μια μακρόχρονη σύγκρουση.
Σε αυτό το αβέβαιο τοπίο, εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, όπως οι κυβερνοεπιθέσεις. Όμως και αυτές έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η διακοπή ρεύματος ή βασικών υπηρεσιών θα έπληττε κυρίως τους πολίτες, όχι το καθεστώς. Ακόμη και η προσπάθεια αποκατάστασης του διαδικτύου —που έχει σε μεγάλο βαθμό μπλοκαριστεί— θεωρείται τεχνικά δύσκολη.
Μια πιο «ήπια» ιδέα θα ήταν η παροχή δορυφορικού ίντερνετ μέσω Starlink, παρακάμπτοντας τις ιρανικές παρεμβολές. Ωστόσο, ακόμη κι αυτό δύσκολα θα σταματούσε τη βία στους δρόμους.
Τελικά, όσα μπορούν ρεαλιστικά να πετύχουν οι ΗΠΑ απέχουν πολύ από τη διαβεβαίωση του Τραμπ ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν».
