Η ελληνική κεφαλαιαγορά διανύει μία από τις πιο δυναμικές περιόδους της ιστορίας της, με τις αντλήσεις κεφαλαίων να ξεπερνούν ήδη τα 8 δισ. ευρώ μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026 και το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση της ελληνικής αγοράς σε μια νέα εποχή ωριμότητας, εμπιστοσύνης και ουσιαστικής συμβολής στην ανάπτυξη της οικονομίας.
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη τοποθέτηση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της AKTOR, Αλέξανδρου Εξάρχου, ο οποίος ανέφερε ότι «στα 60 χρόνια της ζωής μου δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλο ενδιαφέρον ξένων επενδυτών να αναλάβουν ελληνικό ρίσκο». Όπως επισήμανε, πριν από λίγα χρόνια η αναφορά μιας ελληνικής εταιρείας ήταν αρκετή για να προκαλέσει επιφυλάξεις και να απομακρύνει επενδυτές από μία συμφωνία, ενώ σήμερα σύμφωνα με τον ίδιο, μεγάλα διεθνή funds αναζητούν ενεργά ευκαιρίες στην ελληνική αγορά.
H επιστροφή των ξένων κεφαλαίων, σε συνδυασμό με την έντονη δραστηριότητα στην πρωτογενή αγορά, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι το Euronext Athens βρίσκεται σε φάση αναβάθμισης του επενδυτικού του προφίλ. Η ελληνική αγορά αλλάζει «πίστα» και στο μέτωπο της ρευστότητας της αγοράς, μετά την πρόσδεσή της στο άρμα του Euronext και την άνοδο της στη «super league 1» των αγορών, στις ανεπτυγμένες αγορές.
Η αγορά έχει ανακτήσει πλήρως τον διττό ρόλο της ως μηχανή άντλησης κεφαλαίων και προσέλκυσης επενδυτών από το εξωτερικό.
Η ελληνική κεφαλαιαγορά διανύει μια πρωτόγνωρη περίοδο κινητικότητας, αντίστοιχη μόνο με εκείνη του 2007, επισημαίνει η Beta Securities. Το 2025 οι εταιρικές πράξεις άντλησης κεφαλαίων ανήλθαν σε 2,53 δισ. ευρώ, εφέτος το αντίστοιχο μέγεθος έχει ήδη εκτοξευθεί στα 8,1 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις 6,5 μήνες. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναδεικνύει τη σημαντική αναβάθμιση της αγοράς, συνοδεύεται όμως και από το τίμημά της, καθώς η συνεχής απορρόφηση τόσο μεγάλων κεφαλαίων από την εγχώρια και τη διεθνή επενδυτική βάση δοκιμάζει τα όρια της διαθέσιμης ρευστότητας.
Στο πρώτο εξάμηνο η ΔΕΗ άντλησε 4,25 δισ. ευρώ, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ολοκλήρωσε αύξηση 659,3 εκατ. ευρώ, ο ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών 530 εκατ. ευρώ, η CrediaBank 300 εκατ. ευρώ, η AKTOR 650 εκατ. ευρώ, η ElvalHalcor 250 εκατ. ευρώ κ.ά.
Το 2026 θα καταγραφεί η υψηλότερη άντληση κεφαλαίων από το 2021. Την χρονιά αυτή οι εισηγμένες κατέγραψαν το μεγαλύτερο ποσό στα 7,9 δισ., το υψηλότερο της πενταετίας, με κυριότερες αντλήσεις τα 2,36 δισ. της Πειραιώς (μετατροπή CoCos) και την αύξηση κεφαλαίου με ιδιωτική τοποθέτηση 1,38 δισ., όπως και την αύξηση κεφαλαίου κατά 1,35 δισ. της ΔΕΗ, καθώς και την αντίστοιχη κατά 800 εκατ. της Alpha Bank.
Οι αντλήσεις κεφαλαίων από την αγορά αυξήθηκαν από περίπου 1,2 δισ. ευρώ το 2022 σε 1,7 δισ. το 2023, σε 2,2 δισ. το 2024 και σε 2,5 δισ. ευρώ το 2025. Το 2026, όμως, εξελίσσεται σε χρονιά διαφορετικής κλίμακας.
Για τον CEO του Euronext Athens Γιάννο Κοντόπουλο, η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι το χρηματιστήριο δεν αποτελεί πλέον έναν παράλληλο κόσμο αποκομμένο από την οικονομία, αλλά έναν μηχανισμό χρηματοδότησης που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις επιχειρήσεις. Όσο αυξάνονται τα κεφάλαια που αντλούνται, τόσο περισσότερες εταιρείες αρχίζουν να αντιμετωπίζουν το χρηματιστήριο ως εργαλείο ανάπτυξης και όχι απλώς ως χώρο διαπραγμάτευσης μετοχών.
Ο τζίρος στο Χρηματιστήριο Αθηνών αυξήθηκε κατά 52,8% τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, ενώ οι ξένοι επενδυτές πραγματοποίησαν καθαρές εισροές 364 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο και αντιπροσωπεύουν πλέον το 69,3% της συνολικής συναλλακτικής δραστηριότητας.
Η συμμετοχή των ξένων στη ρευστότητα ανέβηκε στο 64,1% το 2025 – σε επίπεδο που δεν είχε παρατηρηθεί από την προ-κρίσης περίοδο σηματοδοτώντας μια σταθερή άνοδο από το επίπεδο βάσης 50,8% το 2020.
Η συνύπαρξη της υψηλότερης ιστορικά ιδιοκτησίας (69%) και της κυριαρχίας της στο trading (64%) επιβεβαιώνει ότι η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά έχει μεταβεί από μια περιφερειακή αγορά σε έναν προορισμό με ισχυρή πεποίθηση για το παγκόσμιο θεσμικό κεφάλαιο.
Την ίδια στιγμή, η συμμετοχή επενδυτών ανεπτυγμένων αγορών στην Ελλάδα παραμένει ακόμη περιορισμένη. Μόλις το 12% των ευρωπαϊκών funds διαθέτει σήμερα έκθεση στην ελληνική αγορά, στοιχείο που, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, αφήνει σημαντικά περιθώρια για νέες εισροές τα επόμενα χρόνια.
