Με τον πόλεμο στο Ιράν να προκαλεί καθημερινά σημαντικά προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εξαπέλυσε επίθεση στον Ντόναλντ Τραμπ, λέγοντας ότι οι χειρισμοί του ενδέχεται να προκαλέσουν ακόμα μεγαλύτερα σοκ που θα οδηγήσουν σε παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Στην εξαμηνιαία έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ΕΚΤ ασκεί ευθεία κριτική στον πρόεδρο των ΗΠΑ και, σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, τονίζει ότι οι αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των υψηλών επιπέδων κρατικού χρέους εγκυμονούν κινδύνους για γεωπολιτικό σοκ που μπορεί να πυροδοτήσει παγκόσμια οικονομική κρίση.
«Αν και ο πλήρης αντίκτυπος του πολέμου παραμένει ακόμη ασαφής, οι επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα γίνονται ολοένα πιο σοβαρές όσο παρατείνεται η διάρκειά του», δήλωσε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος.
Εκτός από τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν που οδηγούν σε άνοδο του πληθωρισμού και πλήττουν την ανάπτυξη, η ΕΚΤ απέδωσε τη διεύρυνση των απειλών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα στην αστάθεια της εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ και στους φόβους ότι ο Τραμπ απομακρύνει την Ουάσινγκτον από τον παραδοσιακό της ρόλο στην παγκόσμια ηγεσία.
Ο Λουίς ντε Γκίντος επισήμανε πως η αβεβαιότητα γύρω από τη δέσμευση της αμερικανικής κυβέρνησης στη πολυμερή συνεργασία αυξάνει τον κίνδυνο τα πολιτικά σοκ να διαταράξουν τη διεθνή τάξη και να ενισχύσουν τον γεωοικονομικό και κανονιστικό κατακερματισμό σε παγκόσμιο επίπεδο και πρόσθεσε με νόημα ότι «οι ανακοινώσεις δασμών, οι παύσεις και οι ανατροπές έχουν γίνει δομικό χαρακτηριστικό του παγκόσμιου περιβάλλοντος».
Σύμφωνα με την ΕΚΤ μια ακόμα πιο παρατεταμένη διαταραχή στην ενεργειακή τροφοδοσία που θα συνοδευτεί από ακόμα ασθενέστερη ανάπτυξη, θα μπορούσαν να προκαλέσουν επαναξιολόγηση του κρατικού κινδύνου από τους συμμετέχοντες στην αγορά.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση «η αυξανόμενη παρουσία πιο ευαίσθητων στις τιμές επενδυτών, όπως τα hedge funds, στις αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης θα μπορούσε να ενισχύσει οποιαδήποτε απότομη ανατιμολόγηση του κρατικού κινδύνου».
Ο κίνδυνος του πληθωρισμού
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ αναφέρθηκε και στο μεγάλο πρόβλημα του πληθωρισμού που πλήττει ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, επισημαίνοντας ότι «το σημερινό σοκ στην προσφορά ενέργειας δημιουργεί ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και καθοδικούς κινδύνους για την οικονομική ανάπτυξη» και προσθέτοντας ότι θα μπορούσε να αυξήσει τη μεταβλητότητα στις αγορές και να δυσκολέψει την εξυπηρέτηση του χρέους, καθώς το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται σε ένα περιβάλλον ασθενέστερης οικονομικής ανάπτυξης.
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει στην έκθεση πως οι κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας και οι υβριδικές απειλές κατά κρίσιμων υποδομών αυξάνονται μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ανησυχία και για τις τράπεζες
Οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης εκτιμούν ότι οι τράπεζες έχουν διαχειριστεί ικανοποιητικά τα πρόσφατα κύματα αβεβαιότητας, υποστηριζόμενες από την ισχυρή κερδοφορία και τα επαρκή κεφαλαιακά και ρευστοποιήσιμα αποθέματα. Ωστόσο, η αυξημένη σημασία των μη τραπεζικών πηγών στη χρηματοδότησή τους θα μπορούσε να τις εκθέσει σε κινδύνους ρευστότητας και χρηματοδότησης εάν οι συνθήκες στις αγορές γίνουν πιο ασταθείς.
Παράλληλα, η ποιότητα των τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού θα μπορούσε να επιδεινωθεί εάν οι μακροχρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινωθούν σημαντικά λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αν και οι άμεσες εκθέσεις των τραπεζών στην περιοχή είναι περιορισμένες και συγκεντρωμένες σε λίγες τράπεζες.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, ένα παρατεταμένο σοκ θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις, κυρίως για επιχειρήσεις της Ευρωζώνης που δραστηριοποιούνται σε κλάδους ευαίσθητους ταυτόχρονα στο εμπόριο, την ενέργεια και τα επιτόκια, με πιθανές επιπτώσεις και στα νοικοκυριά μέσω επιδείνωσης των συνθηκών στην αγορά εργασίας ή αύξησης του κόστους ζωής.
Ως μέτρο αντιμετώπισης των σημαντικών προβλημάτων που επικρατούν στην παγκόσμια οικονομική σκηνή, η ΕΚΤ επισημαίνει πως οι μακροπροληπτικές αρχές θα πρέπει να διατηρήσουν τις υφιστάμενες απαιτήσεις κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας και τα μέτρα που αφορούν τους δανειολήπτες, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών και η τήρηση υγιών πιστοδοτικών προτύπων.
Παράλληλα, οι επίμονες ευπάθειες σε όρους ρευστότητας και μόχλευσης στον τομέα της μη τραπεζικής χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης απαιτούν μια συνολική πολιτική απάντηση, ενώ η επιτάχυνση της προόδου για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων της ΕΕ θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη στήριξη της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας, διαφυλάσσοντας παράλληλα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
