Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρωζώνης όσον αφορά το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο το 2024, με τη Λετονία να καταλαμβάνει την τελευταία θέση, όπως αναφέρει η Alpha Bank στο τελευταίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων.
Ανάμεσα σε άλλα, στο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank, επισημαίνεται πως ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης είναι προτελευταία την ίδια στιγμή που σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ.
Συγκεκριμένα, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση, καταγράφοντας υψηλότερη επίδοση μόνο σε σύγκριση με τη Λετονία. Σημειώνεται ότι για την ίδια περίοδο δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη Βουλγαρία, η οποία το 2022 κατέγραφε χαμηλότερο κατά κεφαλήν προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα.
Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η ευρύτερη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, η ισχυρή επίδοση του τουρισμού, η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας ειδικά μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καθώς και η άνοδος της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς, όπως εκτιμά η τράπεζα.
Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%. Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 (+3,2%, σε ετήσια βάση). Παράλληλα, η αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος ήταν εντονότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου (3%), συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά τη διετία 2022–2023, εξαιτίας των έντονων πληθωριστικών πιέσεων.
Η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική (περίπου -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος), καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, γεγονός που δείχνει ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός.
Αναφορικά με το τελευταίο, ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα κινείται έντονα ανοδικά, με το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο (Ιούνιος) να διαμορφώνεται σε 6,9%. Επιπλέον, όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών, τόσο ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης.
Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που ενίσχυσαν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, σημειώνει η Alpha Bank. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στη χρηματοοικονομική σύνθεση της αύξησης του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Συγκεκριμένα, η άνοδος των εισοδημάτων των νοικοκυριών τη διετία 2024-2025 προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και δευτερευόντως από το λειτουργικό πλεόνασμα/μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων.
Οι δύο αυτές κατηγορίες συνέχισαν να καταγράφουν άνοδο το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα. Το εισόδημα περιουσίας επίσης συνεισέφερε θετικά τη διετία 2024-2025 -αν και σε μικρότερο βαθμό-, ενώ η άνοδος του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών περιορίστηκε μερικώς από την αρνητική συμβολή των άμεσων φόρων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή κατηγορία συσχετίζεται θετικά με τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Ξεπερνά το 1 τρισ. ο πλούτος των νοικοκυριών
Ως προς την αξία του πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα, αυξάνεται έντονα από τα μέσα του 2022, ενώ επιταχύνθηκε περαιτέρω κατά την τελευταία διετία. Η άνοδος αυτή μπορεί να ερμηνευτεί από την ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού καθώς και, σε ορισμένο βαθμό, από τη δημιουργία νέου πλούτου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση κατά 19% ή 161 δισ. ευρώ τη διετία 2024-2025.
Από τις επιμέρους υποκατηγορίες του χρηματοοικονομικού πλούτου ξεχωρίζουν τα αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μία διετία. Ακολούθησαν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ έπονται τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις.
Αναφορικά με τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16% και του μη χρηματοοικονομικού επιχειρηματικού πλούτου κατά 13%. Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή που καταγράφεται τα τελευταία έτη στην αναλογία χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου υπέρ του πρώτου.
Συγκεκριμένα, το τέταρτο τρίμηνο του 2018, έτος κατά το οποίο είχε ξεκινήσει η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η αξία του χρηματοοικονομικού πλούτου αντιστοιχούσε μόλις στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών, με το εν λόγω ποσοστό να αυξάνεται έκτοτε σταθερά και να διαμορφώνεται στο 37% στο τέλος του 2025.
