Με την DBRS ξεκινά ο δεύτερος γύρος αξιολογήσεων για το 2026 από τους πέντε μεγάλους διεθνείς οίκους για το δημόσιο ελληνικό χρέος.
Ο οίκος αξιολόγησης DBRS αναμένεται να ανοίξει τα χαρτιά του για το ελληνικό χρέος την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου, μια μέρα πριν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοινώσει το πλάνο της κυβέρνησης για τους επόμενους μήνες στην 90η ΔΕΘ.
Στην αξιολόγηση του Μαρτίου ο οίκος είχε καταστήσει σαφές ότι μια σταθερή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, στηριγμένη σε ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα, αποτελεί έναν από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μελλοντική αναβάθμιση. Παράλληλα, είχε θέσει ως δεύτερη βασική προϋπόθεση τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις και τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να θεωρεί το ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους περιοριστικό παράγοντα για το πιστωτικό προφίλ της χώρας, μαζί με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα και τις εξωτερικές ανισορροπίες, μεταξύ των οποίων το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο ο οίκος τόνιζε πως «αν και ο οικονομικός και δημοσιονομικός ούριος άνεμος είναι πιθανό να διατηρηθεί το 2026, οι οικονομικές προοπτικές είναι εκτεθειμένες σε σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μία κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων». Παράλληλα, υπογράμμιζε ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση του αξιόχρεου «αν το δημόσιο χρέος μειωνόταν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες για τα επόμενα 1-2 χρόνια και ο λόγος του (προς το ΑΕΠ) προβλεπόταν να παραμείνει σε σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα λόγω ισχυρών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων».
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι οίκοι αξιολόγησης επιβεβαίωσαν το ελληνικό αξιόχρεο στη βαθμίδα BBB, έχοντας προηγουμένως δώσει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα από το 2023-2024 και, με εξαίρεση τη Moody’s, έχοντας προχωρήσει στη συνέχεια και σε νέες αναβαθμίσεις.
Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας
Από τον περασμένο Μάρτιο, όταν πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες αξιολογήσεις για το 2026, τα δεδομένα έχουν αλλάξει σημαντικά. Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, με σημαντικές επιπτώσεις στις ενεργειακές τιμές. Το πετρέλαιο Brent κινείται πλέον κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι, έναντι περίπου 60 δολαρίων στις αρχές του έτους, ενώ η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας την Πέμπτη τα 68 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 26,5 ευρώ.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, αναφέρθηκε σε νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους ύψους 12,8 δισ. ευρώ. Με την πρόωρη αποπληρωμή, ο στόχος του προϋπολογισμού για μείωση του χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ το 2026, από 145,9% το 2025, αναμένεται να υπερκαλυφθεί με άνεση, με την Ελλάδα να αφήνει την Ιταλία ως τη χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη.
Καθώς η προοπτική αποκλιμάκωσης του χρέους αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις αξιολογήσεις των οίκων, μένει να φανεί πώς θα αποτυπωθούν οι τελευταίες εξελίξεις στις νέες εκθέσεις τους. Ο Scope, ο πρώτος οίκος που έδωσε στην Ελλάδα επενδυτική βαθμίδα και τον Νοέμβριο του 2025 αναθεώρησε την προοπτική του ελληνικού αξιόχρεου από σταθερή σε θετική, εμφανίστηκε πρόσφατα αισθητά πιο αισιόδοξος για την πορεία του ελληνικού χρέους.
Στην αξιολόγηση της 17ης Μαρτίου, το βασικό σενάριό του προέβλεπε μείωση του χρέους στο 127% του ΑΕΠ το 2030 και στο 120% το 2035. Ωστόσο, σε έκθεσή του τον Ιούνιο εκτιμούσε πλέον ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031, επίπεδο πολύ χαμηλότερο όχι μόνο από το χρέος της Ιταλίας, αλλά και της Γαλλίας και του Βελγίου.
Στην αξιολόγηση του Μαρτίου, η Moody’s εκτιμούσε ότι η αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους θα συνεχιζόταν με βραδύτερο ρυθμό τα επόμενα χρόνια, με τον δείκτη να υποχωρεί στο 140% του ΑΕΠ το 2027, αλλά στην προηγούμενη έκθεσή του σημείωνε ότι «ανοδική πίεση στο αξιόχρεο της Ελλάδας θα μπορούσε να προκύψει, αν βλέπαμε διατηρήσιμες μειώσεις στο ελληνικό χρέος που θα ξεπερνούσαν σημαντικά τις τρέχουσες προσδοκίες μας».
Την περασμένη εβδομάδα, ο Fitch κατέστησε σαφές ότι η ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους αποτέλεσε τον καταλύτη για τις τρεις αναβαθμίσεις που πραγματοποίησε από το 2021. Όπως σημείωνε, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 22% την περίοδο 2021-2025, έναντι περίπου 13,5% στην ΕΕ, αποτέλεσε τον βασικό μοχλό για τη μείωση του χρέους, όμως ήταν η δημοσιονομική πολιτική εκείνη που καθόρισε την ταχεία αποκλιμάκωσή του.
Ο οίκος πρόσθεσε ότι οι παράγοντες που στήριξαν την ανάκαμψη αρχίζουν να εξασθενούν, καθώς η ανάκαμψη του τουρισμού έχει ολοκληρωθεί, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ κορυφώνεται το 2026 και δεν υπάρχει πλέον αρνητικό πραγματικό κόστος χρηματοδότησης. «Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους της απομόχλευσης (του χρέους), την ώρα που η διατήρησή τους γίνεται πιο απαιτητική εν μέσω γήρανσης του πληθυσμού, αυξανόμενων δεσμεύσεων για την άμυνα και φθίνουσας πολιτικής συναίνεσης», ανέφερε ο Fitch.
