Εκτός της λίστας των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες θέτει την Ελλάδα η Κομισιόν, στο πλαίσιο των σημερινών ανακοινώσεων για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 2026, σηματοδοτώντας ένα ακόμη θεσμικό ορόσημο για την ελληνική οικονομία μετά την κρίση χρέους.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, καθώς οι ευπάθειες που συνδέονταν με το δημόσιο χρέος, το εξωτερικό χρέος και το τραπεζικό σύστημα έχουν περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς έρχεται 16 χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης και μετά από μια μακρά περίοδο αυξημένης ευρωπαϊκής παρακολούθησης. Η Ελλάδα πέρασε από τα μνημόνια της περιόδου 2010-2018, το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας έως το 2022, την κατηγορία των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών την περίοδο 2019-2024 και την κατηγορία των μακροοικονομικών ανισορροπιών το 2025.
Η απόφαση της Κομισιόν αποκτά πρόσθετη σημασία, καθώς λαμβάνεται σε μια περίοδο κατά την οποία δέκα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Για την Ελλάδα, η έξοδος από τη σχετική κατηγορία δείχνει ότι οι δημοσιονομικοί και εξωτερικοί κίνδυνοι έχουν υποχωρήσει σε βαθμό που δεν θεωρούνται πλέον συστημική απειλή για τη σταθερότητα της οικονομίας.
Η πρόοδος που αναγνωρίζει η Κομισιόν
Στην αξιολόγησή της, η Κομισιόν αποδίδει τη βελτίωση της εικόνας της ελληνικής οικονομίας στη σταθερή ανάπτυξη, στη διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων, στην ενίσχυση των τραπεζικών ισολογισμών και στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Η Κομισιόν σημειώνει ότι το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε σταθερή πτωτική πορεία, οι εξωτερικές ανισορροπίες έχουν περιοριστεί, οι τράπεζες εμφανίζουν σημαντικά ισχυρότερους ισολογισμούς, ενώ η αγορά εργασίας έχει συνεχίσει να βελτιώνεται.
Ειδική αναφορά γίνεται και στις μεταρρυθμίσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον, στην αγορά εργασίας και στη φορολογική διοίκηση, με έμφαση στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών, στην ενίσχυση των εργαλείων συμμόρφωσης και στη μείωση του κενού ΦΠΑ.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% το 2025, παρά το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Για το 2026 προβλέπεται ανάπτυξη 1,8%, έναντι 0,9% για τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Στο δημοσιονομικό σκέλος, η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ το 2025, από 1,3% του ΑΕΠ το 2024. Η επίδοση αποδίδεται στη συγκράτηση των τρεχουσών δαπανών, στη μείωση των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους και στην αυξημένη απόδοση των φορολογικών εσόδων.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι η επίτευξη πλεονάσματος συνδυάστηκε με μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, αυξήσεις μισθών στο Δημόσιο και στοχευμένα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών.
Τα στοιχεία για το χρέος
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν, το χρέος της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 154,2% του ΑΕΠ το 2024 και υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025.
Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω μείωση στο 140,7% του ΑΕΠ, ενώ για το 2027 η πρόβλεψη το τοποθετεί στο 134,4% του ΑΕΠ. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε τρία χρόνια.
Η Κομισιόν συνδέει την αποκλιμάκωση αυτή με την ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη και τη διατήρηση πλεονασματικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων.
Στο μέτωπο της δημόσιας διοίκησης, η έκθεση καταγράφει πρόοδο στον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών και στη φορολογική συμμόρφωση. Το μισθολογικό κόστος του Δημοσίου διαμορφώθηκε στο 10,2% του ΑΕΠ το 2025, κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ήταν 10,3%.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει επίσης ότι η υλοποίηση των προγραμμάτων Πολιτικής Συνοχής στην Ελλάδα κινείται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο ως προς την επιλογή έργων όσο και ως προς τις πληρωμές. Παράλληλα, καταγράφει τη συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στην προώθηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
Στις σημερινές ανακοινώσεις περιλαμβάνεται και νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ενεργειακή ασφάλεια. Η Κομισιόν ανακοίνωσε τη δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της υφιστάμενης εθνικής ρήτρας διαφυγής, ώστε να καλύπτονται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δαπάνες και επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και μειώνουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Το πλαίσιο προβλέπει ειδικό ετήσιο όριο 0,3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2026-2028 και σωρευτικό όριο 0,6% του ΑΕΠ για επενδύσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας, εντός του συνολικού πλαισίου ευελιξίας που έχει ήδη θεσπιστεί για την άμυνα.
