Στην πρακτική εφαρμογή των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρεται ειδικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, δίνοντας έμφαση στο πώς λειτουργεί το επικαιροποιημένο δημοσιονομικό πλαίσιο στην περίπτωση της Ελλάδας και πώς διαμορφώνονται πλέον τα περιθώρια για δαπάνες και παροχές.
Για την Ελλάδα, ο ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών ήταν -0,2% το 2024 και σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, το συνολικό αυτό ποσό αναμένεται να αυξηθεί κατά 4,4% το 2025 και 5,7% το 2026, όπως σημειώνεται και στο σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες.
Η σωρευτική αύξηση κατά τα έτη 2024-2026 ευθυγραμμίζεται με τη σύσταση του Συμβουλίου για σωρευτική αύξηση 9,9%. Παρότι η πρόβλεψη για τη φετινή χρονιά ξεπερνά την ετήσια οροφή, η σωρευτική εξέλιξη την τριετία 2024- 2026 παραμένει συμβατή, επειδή το 2024 καταγράφηκε μείωση καθαρών δαπανών κατά 0,2% και ο Λογαριασμός Ελέγχου, μετά την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, δείχνει αρνητικό σωρευτικό υπόλοιπο περίπου -0,3% του ΑΕΠ το 2026, δηλαδή κάτω από το ανώτατο όριο.
Ένα μεγάλο μέρος της μόνιμης φορολογικής ελάφρυνσης που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ του 2025 χρηματοδοτείται από τα ενεργητικά μέτρα πολιτικής στο σκέλος των εσόδων (DRMs) του 2024 και από την αρχική υποεκτέλεση των καθαρών δαπανών, ώστε να τηρούνται η συμφωνηθείσα πορεία καθαρών δαπανών και οι δικλείδες ασφαλείας για τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως αναφέρεται στο αναλυτικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Σε αντίθεση με το προηγούμενο δημοσιονομικό πλαίσιο, στο νέο πλαίσιο η υπέρβαση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν ανοίγει τον δρόμο για πρόσθετες δαπάνες (π.χ. μειώσεις φόρων ή αυξήσεις δαπανών), διότι αυτό θα αποτελούσε παραβίαση της δημοσιονομικής πορείας που έχει συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συγκεκριμένη υπεραπόδοση μπορεί να αξιοποιηθεί για τη μείωση του δημόσιου χρέους και για τη δημιουργία δημοσιονομικών «μαξιλαριών» που θα συμβάλουν στη στήριξη των δημόσιων δαπανών σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης, όπως υπογραμμίζεται στο αναλυτικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Επίσης, ένα νέο εργαλείο, που ονομάζεται «Λογαριασμός Ελέγχου», συγκρίνει σε ετήσια βάση τις πραγματικές καθαρές πρωτογενείς δαπάνες με τη συμφωνηθείσα πορεία. Εάν διαπιστωθούν αποκλίσεις που ξεπερνούν ένα ορισμένο όριο (περίπου 0,3% του ΑΕΠ σε οποιοδήποτε έτος ή 0,6% του ΑΕΠ σωρευτικά) και δεν δικαιολογούνται από έκτακτες περιστάσεις (π.χ. σοβαρή κρίση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να κινήσει διορθωτική διαδικασία.
Που αποσκοπούν οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες
Οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες, δηλαδή οι κοινοί κανόνες που καθορίζουν πόσο μπορούν να δαπανήσουν και να δανειστούν τα κράτη-μέλη της ΕΕ και πώς μπορούν να διαχειριστούν το δημόσιο χρέος τους, αποσκοπούν στη διατήρηση του δημόσιου χρέους υπό έλεγχο με βάση «απλές, διαφανείς, ειδικές για κάθε χώρα μεσοπρόθεσμες πορείες δαπανών οι οποίες προστατεύουν τις επενδύσεις, στηρίζουν την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και ενισχύουν την αξιοπιστία της εφαρμογής», όπως επισημαίνεται στο σημείωμα.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή εξηγεί ότι το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει τρεις θεμελιώδεις αλλαγές:
1. Επικεντρώνεται στην εξέταση των καθαρών πρωτογενών δαπανών που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους. Τα όρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ για το ύψος του ελλείμματος (3% του ΑΕΠ) και του χρέους (60% του ΑΕΠ) παραμένουν σε ισχύ, ενώ νέες δικλείδες ασφαλείας συντελούν στη σταθερή μείωση του χρέους και στη διαμόρφωση περιθωρίων ασφαλείας για τα ελλείμματα.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι εάν το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ, θα πρέπει να διασφαλίζεται μέση μείωσή του κατά τουλάχιστον 1 ποσοστιαία μονάδα ετησίως, ενώ το διαρθρωτικό ισοζύγιο απαιτείται να είναι τουλάχιστον 1,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ καλύτερο από το ανώτατο όριο ελλείμματος 3% και ωσότου επιτευχθεί αυτός ο στόχος το διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο θα πρέπει να βελτιώνεται κατά τουλάχιστον 0,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως σε ένα 4ετές σχέδιο ή 0,25 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ετησίως σε ένα 7ετές σχέδιο.
2. Κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ καταρτίζει ένα 4ετές (με δυνατότητα παράτασης σε 7ετές) δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο, που καθορίζει την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Το σχέδιο περιγράφει πώς το δημόσιο χρέος θα μειωθεί ή θα παραμείνει σε ασφαλή επίπεδα. Περιλαμβάνει δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις (π.χ. συνταξιοδοτικό, αγορά εργασίας, δημόσια διοίκηση) και επενδύσεις.
3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελέγχει εάν το σχέδιο διατηρεί το χρέος σε μια εύλογη καθοδική πορεία και τα ελλείμματα υπό έλεγχο, διαπραγματεύεται και συμφωνεί το σχέδιο με το κράτος-μέλος. Από τη στιγμή που η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών θα συμφωνηθεί, καθίσταται δεσμευτική.
