Site icon NewsIT
06:45 Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Εφορία: «Καμπάνα» 2 εκατ. ευρώ σε εταιρεία για «τρικ» σε αύξηση κεφαλαίου – Πότε χτυπά το καμπανάκι

Γιατί η ΔΕΔ καταλόγισε φόρο και πρόστιμο 2,01 εκατ. ευρώ για τη διαφορά «υπέρ το άρτιο»

Gavel and stack European Union currency on the table.

Φωτογραφία iStock

Κώστας Αποστολόπουλος

Μια αύξηση κεφαλαίου ύψους 149 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος του ποσού να περνά ως διαφορά «υπέρ το άρτιο», οδήγησε σε καταλογισμό φόρου και προστίμου άνω των 2 εκατ. ευρώ στην εταιρεία, καθώς η Εφορία έκρινε ότι πίσω από τη συναλλαγή υπήρχε τεχνητή διευθέτηση για την αποφυγή φόρου.

Η υπόθεση, με απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), δείχνει ότι ακόμη και μια καθ’ όλα προβλεπόμενη εταιρική πράξη μπορεί να αμφισβητηθεί από την Εφορία, εφόσον οι όροι της δεν δικαιολογούνται από πραγματική οικονομική ή εμπορική ανάγκη της εν λόγω εταιρείας.

Στο επίκεντρο βρέθηκε μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία, η οποία προχώρησε το 2020 σε αύξηση κεφαλαίου με την έκδοση 14,9 εκατ. νέων μετοχών.

Κάθε μετοχή είχε ονομαστική αξία 1 ευρώ, αλλά διατέθηκε προς 10 ευρώ, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν συνολικά 149 εκατ. ευρώ.

Από αυτά, τα 14,9 εκατ. ευρώ καταχωρίστηκαν ως μετοχικό κεφάλαιο και τα υπόλοιπα 134,1 εκατ. ευρώ ως διαφορά από την έκδοση μετοχών «υπέρ το άρτιο».

Το ποσό που έμεινε εκτός φόρου

Η εταιρεία κατέβαλε Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων μόνο για την ονομαστική αύξηση των 14,9 εκατ. ευρώ. Δεν υπολόγισε αντίστοιχο φόρο στο ποσό των 134,1 εκατ. ευρώ που καταχωρίστηκε ως υπέρ το άρτιο, στηριζόμενη στον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η συγκεκριμένη διαφορά δεν φορολογείται κατά την καταβολή της.

Ο φορολογικός έλεγχος, ωστόσο, δεν αρκέστηκε στη νομική μορφή της συναλλαγής. Εξέτασε εάν υπήρχε πραγματικός επιχειρηματικός λόγος για να εκδοθούν οι νέες μετοχές σε τιμή δεκαπλάσια της ονομαστικής τους αξίας.

Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η εταιρεία παρέμεινε μονοπρόσωπη και μετά την αύξηση. Το σύνολο των νέων μετοχών καλύφθηκε από τον ίδιο μοναδικό μέτοχο, χωρίς να μπει νέος επενδυτής και χωρίς να μεταβληθεί η μετοχική σύνθεση.

Κατά τον έλεγχο, επομένως, δεν υπήρχε ανάγκη να καθοριστεί υψηλότερη τιμή διάθεσης για να εξισωθούν τα δικαιώματα παλαιών και νέων μετόχων. Επιπλέον, η εταιρεία ήταν ζημιογόνα, ενώ η λογιστική αξία των υφιστάμενων κοινών μετοχών είχε ουσιαστικά μηδενιστεί. Υπό αυτές τις συνθήκες, η τιμή των 10 ευρώ για μετοχή ονομαστικής αξίας 1 ευρώ θεωρήθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στα οικονομικά δεδομένα.

Ο λογαριασμός των 2 εκατ. ευρώ

Η ΑΑΔΕ αντιμετώπισε τη συναλλαγή ως τεχνητή διευθέτηση, με σκοπό να διοχετευθεί το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης στο αφορολόγητο υπέρ το άρτιο αντί στο μετοχικό κεφάλαιο.

Καταλόγισε στην εταιρεία Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων ύψους 1,341 εκατ. ευρώ και πρόστιμο 670.500 ευρώ για τη μη υποβολή της αντίστοιχης δήλωσης. Ο συνολικός λογαριασμός έφθασε έτσι τα 2,0115 εκατ. ευρώ.

Η επιχείρηση προσέφυγε στη ΔΕΔ, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι η διαφορά υπέρ το άρτιο δεν υπάγεται σε φόρο πριν από ενδεχόμενη μελλοντική κεφαλαιοποίησή της. Πρόβαλε ακόμη ως επιχειρηματικό λόγο τη δυνατότητα ευκολότερης διανομής μελλοντικών κερδών και προσέλκυσης επενδυτών.
Οι ισχυρισμοί της δεν έγιναν δεκτοί.

Η ΔΕΔ έκρινε ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση η μορφή που επιλέχθηκε δεν εξυπηρετούσε πραγματική εμπορική ανάγκη και επικύρωσε την εφαρμογή του γενικού αντικαταχρηστικού κανόνα του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Η απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση κεφαλαίου υπέρ το άρτιο φορολογείται, αλλά στέλνει σαφές μήνυμα προς μονοπρόσωπες εταιρείες και επιχειρηματικούς ομίλους, πως όταν δεν αλλάζει ο μέτοχος, η τιμή έκδοσης απέχει υπερβολικά από την οικονομική αξία της εταιρείας και δεν τεκμηριώνεται ουσιαστικός επιχειρηματικός λόγος, η Εφορία μπορεί να αγνοήσει το «περίβλημα» της συναλλαγής και να φορολογήσει το πραγματικό της αποτέλεσμα.

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version