Site icon NewsIT
17:56 Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Θανάσης Κοντογεώργης για αγρότες: Επιλέξαμε τον διάλογο και δώσαμε λύσεις

«Η συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα συνεχίζεται» δηλώνει ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ

Αγροτικά μπλόκα

Αγροτικά μπλόκα (ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)

Στο τέλος των αγροτικών κινητοποιήσεων αναφέρεται ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, θέτοντας το ερώτημα πώς «μια περίοδος έντασης μπορεί να μετατραπεί σε αφετηρία θεσμικών λύσεων και ουσιαστικού διαλόγου με αποτέλεσμα».

Σε ανάρτησή του, ο Θανάσης Κοντογεώργης αναγνωρίζει ότι στα διαχρονικά προβλήματα των αγροτών και γενικότερα του πρωτογενούς τομέα –το κόστος παραγωγής, την ενέργεια και την ανασφάλεια που επιτείνει η κλιματική κρίση– προστέθηκαν φέτος η αναγκαία μεταρρύθμιση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η ευλογιά και οι χαμηλές τιμές σε ορισμένα προϊόντα. Όπως σημειώνει, η κυβέρνηση δεν αγνόησε τα ζητήματα αυτά, παρά τις «ακρότητες και τους μαξιμαλισμούς» που, κατά την εκτίμησή του, εκδηλώθηκαν σε ορισμένα μπλόκα.

Σύμφωνα με τον υφυπουργό, η κυβερνητική απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι ούτε η σύγκρουση ούτε οι εύκολες υποσχέσεις που υπονομεύουν τη σταθερότητα, ιδίως σε μια περίοδο όπου έχει οικοδομηθεί, όπως τονίζει, σχέση εμπιστοσύνης με τον αγροτικό κόσμο μετά από έξι χρόνια ενισχύσεων. «Επιλέξαμε τον διάλογο και δώσαμε λύσεις, όχι προσχηματικά, αλλά με κανόνες, αντιπροσωπευτικότητα και επίγνωση των ορίων», αναφέρει, υποστηρίζοντας ότι ο διάλογος αυτός απέδωσε.

 

Το αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, αποτυπώθηκε σε ένα πλέγμα παρεμβάσεων που κάλυψε διαφορετικές πτυχές της αγροτικής δραστηριότητας: από το αγροτικό ρεύμα και το πετρέλαιο έως τις αποζημιώσεις μέσω του ΕΛΓΑ και την ενίσχυση των κτηνοτρόφων. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην αναδιανομή πόρων που εξοικονομήθηκαν μέσω του νέου, διαφανούς συστήματος επιδοτήσεων, στην ενίσχυση επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα, καθώς και στην ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας για την αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων. Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων αυτών, όπως σημειώνει, είναι ότι απαντούν σε πραγματικές ανάγκες χωρίς να διαρρηγνύουν τη δημοσιονομική ισορροπία και τις υποχρεώσεις της χώρας ως κράτους-μέλους της ΕΕ.

Έμφαση δίνει, επίσης, και σε όσα –κατά την κυβέρνησή– δεν έγιναν: δεν δόθηκαν υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν, δεν παρακάμφθηκε το ευρωπαϊκό πλαίσιο και δεν μεταφέρθηκε το κόστος στο μέλλον. «Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι τεχνικός περιορισμός, είναι κοινωνικό κεκτημένο», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η απώλειά της πλήττει πρωτίστως τους ίδιους τους παραγωγούς.

Αναλυτικά η ανάρτηση του Θανάση Κοντογεώργη

«Σκέψεις & συμπεράσματα για τις αγροτικές κινητοποιήσεις που σήμερα έληξαν και τυπικά.

Πώς μετατρέπεται μια περίοδος έντασης σε αφετηρία θεσμικών λύσεων και ουσιαστικού διαλόγου με αποτέλεσμα;

Το ερώτημα αυτό βρέθηκε στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Όχι ως γενική διαπίστωση, αλλά ως συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.

Σε υπαρκτά ζητήματα του πρωτογενούς τομέα: το κόστος παραγωγής, η ενέργεια, η ανασφάλεια που εντείνει η κλιματική κρίση, ήρθαν να προστεθούν φέτος η αναγκαία μεταρρύθμιση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η ευλογιά και χαμηλές τιμές σε κάποια προϊόντα. Η κυβέρνηση δεν αγνόησε τίποτε από όλα αυτά, παρά τις ακρότητες και τους μαξιμαλισμούς από ορισμένα μπλόκα.

Όμως, η απάντηση δεν μπορούσε να είναι ούτε η σύγκρουση ούτε οι εύκολες υποσχέσεις που υπονομεύουν τη σταθερότητα. Ειδικά όταν η κυβέρνηση έχει χτίσει μία ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με τον αγροτικό κόσμο ύστερα από 6 χρόνια πραγματικής ενίσχυσης του.

Επιλέξαμε τον διάλογο και δώσαμε λύσεις. Όχι προσχηματικά, αλλά με σαφείς κανόνες, με αντιπροσωπευτικότητα, με χρόνο και με επίγνωση των ορίων.

Και αυτός ο διάλογος απέδωσε.

Το αποτέλεσμα αυτό αποτυπώθηκε σε ένα σύνολο παρεμβάσεων που κάλυψαν διαφορετικές πτυχές της αγροτικής δραστηριότητας. Από το αγροτικό ρεύμα και το πετρέλαιο, έως τις αποζημιώσεις μέσω ΕΛΓΑ και την ενίσχυση των κτηνοτρόφων. Από την αναδιανομή πόρων που εξοικονομήθηκαν μέσω του νέου διαφανούς συστήματος επιδοτήσεων και την ενίσχυση επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα, έως την ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας για την αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων.

Παρεμβάσεις διαφορετικής φύσης, που όμως είχαν κοινό παρονομαστή: απαντάνε σε πραγματικές ανάγκες, χωρίς να διαρρήξουν τη δημοσιονομική ισορροπία αλλά και τις υποχρεώσεις μας ως κράτους μέλους της ΕΕ.

Εξίσου σημαντικό, όμως, ήταν και το τι δεν κάναμε. Δεν υποσχεθήκαμε όσα δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν. Δεν παρακάμψαμε το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Δεν μεταφέραμε το κόστος στο μέλλον και σε άλλους. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι τεχνικός περιορισμός, είναι κοινωνικό κεκτημένο! Και όταν χάνεται πρώτοι το πληρώνουν οι ίδιοι οι παραγωγοί και η κοινωνία.

Η υπόθεση αυτή υπενθύμισε σε όσους μπορεί να το ξεχνάνε κάτι θεμελιώδες. Ο πρωτογενής τομέας δεν είναι απλώς ένας οικονομικός κλάδος. Είναι ζήτημα ανθεκτικότητας της χώρας. Σε ένα περιβάλλον κλιματικής κρίσης και ακραίων καιρικών φαινομένων, γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και τεχνολογικών μεταβολών, η δυνατότητα μιας χώρας να στηρίζεται περισσότερο στη δική της παραγωγή αποκτά στρατηγική σημασία. Αυτό σημαίνει στήριξη με κανόνες, επένδυση στη γνώση, στις υποδομές και στη μετάβαση σε πιο ανθεκτικά και βιώσιμα μοντέλα παραγωγής.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού, που εγκρίθηκε από τη Βουλή, για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής με αντικείμενο τον πρωτογενή τομέα. Όχι ως μια τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία, αλλά ως συνειδητή επιλογή να αντιμετωπιστεί η αγροτική παραγωγή ως εθνικό ζήτημα, με ορίζοντα δεκαετίας και με συμμετοχή όλων όσοι έχουν λόγο και γνώση.

Η πρόβλεψη για ακροάσεις φορέων και περιφερειακές διαβουλεύσεις σε όλη τη χώρα επιβεβαιώνει κάτι που πιστεύω βαθιά και προσπαθούμε συνολικά να κάνουμε πράξη: οι βιώσιμες λύσεις δεν παράγονται ερήμην των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται στον πρωτογενή τομέα. Παράγονται όταν το κράτος ακούει, συνθέτει και χαράσσει στρατηγική με διάρκεια, πέρα από τους κυβερνητικούς κύκλους.

Αλλά και όταν οι κομματικές σκοπιμότητες συνδικαλιστών δεν προσπαθούν να “καπελώσουν” έναν αγώνα, μια διεκδίκηση, μια κοινωνική ομάδα. Άλλωστε, τον ίδιο δρόμο έχουμε επιλέξει και στην στρατηγική μας για την ανάπτυξη της περιφέρειας, όπου ο πρωτογενής τομέας και οι άνθρωποί του έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Αυτές τις 50 μέρες, ο διάλογος δεν αντιμετωπίστηκε ως συγκυριακό εργαλείο εκτόνωσης, αλλά ως σταθερή μέθοδος άσκησης πολιτικής. Από τη διαχείριση της έντασης περάσαμε στη θεσμική της ενσωμάτωση. Από την αντιμετώπιση του επείγοντος, στη συγκρότηση μιας στρατηγικής με βάθος χρόνου. Έτσι, η συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα δεν κλείνει με την -και τυπικά- λήξη των κινητοποιήσεων σήμερα. Αντιθέτως, αποκτά διάρκεια, συνέχεια και εθνικό χαρακτήρα.

Η ήπια ισχύς δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή σταθερότητας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια οργανωμένη πολιτεία διαχειρίζεται τις εντάσεις χωρίς να διαρρηγνύει τους δεσμούς εμπιστοσύνης. Σε μια περίοδο που ο αμοιβαίος σεβασμός και η κατανόηση φέρνει ενότητα και συνοχή, ακόμα και αν υπάρχει διαφωνία. Και σε μια χώρα που θέλει να προχωρά μπροστά σε μια εποχή που όλα αλλάζουν, αυτή η ισορροπία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση.»

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version