Η Μαρία Τζομπανάκη βρέθηκε καλεσμένη του Γρηγόρη Αρναούτογλου στην εκπομπή «The 2night Show» και μίλησε για τη ζωή και την επαγγελματική πορεία της. Ξεκίνησε από τα παιδικά χρόνια της στην Κρήτη και αναφέρθηκε στη συνέχεια, τόσο στην απόφασή της να πάρει μέρος στα καλλιστεία, όσο και στο πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με την υποκριτική. Ένα επιπλέον κεφάλαιο στη συζήτηση, άνοιξε όταν αναφέρθηκε στον γιο της, Ορφέα Αυγουστίδη, που είναι επίσης ηθοποιός.
«Εγώ είμαι Κρητικιά. Οι γυναίκες της Κρήτης μεγαλώνουν με έναν τρόπο. Να είναι δυναμικές, γιατί είναι μητριαρχική η κοινωνία μας. Να μπορούμε να στηρίζουμε τον άντρα, να τον σεβόμαστε, να τον αγαπάμε και να τον έχουμε κορόνα στο κεφάλι. Έτσι μεγάλωσα, με τρεις αδερφούς, με τον πατέρα μου, με τον γιο μου και τώρα με τον εγγονό μου, όλο άντρες. Η γυναίκα ποτέ δεν προσβάλλει τον άντρα μπροστά σε τρίτους, όμως πριν αποφασιστεί κάτι έχουν κάνει εσωτερική συνεννόηση μεταξύ τους και πάντα στηρίζει τον άντρα. Τον αφήνει να είναι ο αρχηγός, το κεραμίδι αλλά η κολώνα και τα θεμέλια είναι η γυναίκα» δήλωσε αρχικά η Μαρία Τζομπανάκη στην εκπομπή «The 2night Show».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όσον αφορά τον τίτλο της «Μις Ελλάς» που είχε λάβει, σημείωσε ότι «Επί της ουσίας πας να δείξεις τι; Ότι είσαι πιο όμορφη από την άλλη; Τόσες όμορφες υπάρχουν. Ήμουν μικρό κορίτσι, 17,5 χρονών τότε. Είχα δώσει εξετάσεις για τη Νομική, πήγα και στο Εθνικό Θέατρο και το έκανα μόνο και μόνο για να δείξω στον μπαμπά ότι μπορώ να τα κάνω όλα. Και αυτά που θες και αυτά που θέλω, χωρίς να αλλάξει τίποτα.
Τα καλλιστεία δεν μου προσέφεραν τίποτα. Αντιθέτως εμπόδισαν κάποιους ανθρώπους που με ενδιέφερε η γνώμη τους να δουν ότι εκτός από πολύ όμορφη γυναίκα, εκείνη την εποχή, ήμουν και ένας όμορφος άνθρωπος, ένα καλό μυαλό. Ήμουν και ένα ταλαντούχο νέο πλάσμα. Δυστυχώς υπάρχει ένα είδος ρατσισμού, ίσως λιγότερο τώρα».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Συμπλήρωσε, μάλιστα, ότι «Τότε ήταν μια καλή επιλογή. Όχι για έναν άνθρωπο που στα 15 του χρόνια τον πήγε ο πατέρας του στην Επίδαυρο και του μίλησε για το Ασκληπιείο. Είπα “Μπαμπά, εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός για να παίξω εδώ και στο σινεμά”. Δεν με ενδιέφεραν παρά αυτά τα δύο άκρα. Της εικόνας που έρχεται πολύ κοντά, που είναι το σινεμά και κλέβει το βλέμμα σου και σε μια τεράστια κορνίζα θα πεις “Σ’ αγαπώ ή σε μισώ ή πονώ” μόνο με το βλέμμα. Και η μεγάλη απόσταση που έχουν τα μεγάλα θέατρα, που με την κίνηση και τη φωνή και το εσωτερικό σου κάλλος, δύναμη και ανατροφή της τέχνης σου θα περάσεις τον χαρακτήρα και το πάθος του ρόλου στον θεατή. Για αυτούς τους λόγους έγινα ηθοποιός, όχι για να βγαίνω και να κάνω την όμορφη».
Επιπλέον, η Μαρία Τζομπανάκη ανέφερε ότι «Με βασάνισε πάρα πολύ η απώλεια των γονιών μου. Ήταν δύσκολο και μάλιστα η πρώτη απώλεια, που δεν είσαι έτοιμος, γιατί μετά όταν χάνεις και τον δεύτερο γονιό, ήδη έχεις εκπαιδευτεί ας πούμε. Όταν έφυγε η μαμά μου, εκεί κατάλαβα τα μεγέθη. Μπαίνει ο Ντίνος Αυγουστίδης να μου το πει, ο πατέρας του Ορφέα, και εγώ μόλις είχα ξυπνήσει από μεσημεριανό ύπνο. Η μαμά μου έφυγε σχετικά νέα, μικρότερη από εμένα. Του είπαν να έρθει να μου το πει και αυτός είπε: “Πώς θα της το πω;”. Έφυγε ξαφνικά. Μπαίνει μέσα και μου λέει: “Είναι κάτι πολύ άσχημο που έχει συμβεί αλλά δεν μπορώ να στο πω” και τον βλέπω περίεργο».
Προσέθεσε πως «Είχε πάει τον Ορφέα με τη μηχανή στο φροντιστήριο. Κάθισε μπροστά μου στο κρεβάτι και το μυαλό μου σαν μάνα πήγε ότι κάτι συνέβη με το παιδί. Τον αρπάζω, κολλάω το πρόσωπό μου στο δικό του και μου είπε ότι “Είδα τα μάτια σου να βγαίνουν έξω από τις κόγχες”.
Του είπα: “Πες μου ότι το παιδί μου είναι καλά και ο,τι άλλο κι αν είναι το αντέχω”. Μου είπε: “Η μαμά σου πέθανε” και έτσι έμαθα ότι πέθανε η μάνα μου. Όπως ήμουν, σαλτάρω και πέφτω κάτω, γονατίζω και λέω: “Θεέ μου, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ. Ευχαριστώ που είναι η μάνα μου και όχι το παιδί μου”. Εκεί κατάλαβα τα μεγέθη. Πρώτα ο γονιός και μετά το παιδί. Για αυτό λυπάμαι και συμπαρίσταμαι σε αυτές τις δόλιες μάνες που πάει ανάποδα η σειρά».
Όσον αφορά τον Ορφέα Αυγουστίδη, η γνωστή πρωταγωνίστρια υπογράμμισε ότι «Σε κάποια θέματα ήμουν επίμονη. Ήθελα να στηρίζεται στα πόδια του, να πιστέψει στη δύναμή του και να ξέρει ότι η εμπιστοσύνη που του έδειχνα ήταν μεγάλη ευθύνη. Τώρα δεν τα συζητάμε πολύ αυτά αλλά βλέπω το πώς ζει και βλέπω ότι έπιασαν τόπο και από τον πατέρα του ο,τι καλό πήρε και από τη μάνα του. Δεν έχω άγος όταν πάω να τον δω στο θέατρο. Λαχτάρα έχω».