Η πρόσφατη ανακοίνωση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) ήταν μάλλον εντυπωσιακή.

Ανακοίνωσαν πως υπάρχει συμφωνία «απελευθέρωσης» 400 εκατ. βαρελιών πετρελαίου, από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης των κρατών-μελών του. Πρόκειται για την μεγαλύτερη τέτοια «κίνηση» στην ιστορία του οργανισμού. Και λογικά οι αγορές «αντέδρασαν» ανακουφισμένες.

Αλλά μόνο για λίγο… Όσο χρειάστηκε για να γίνει κατανοητό ότι αυτή η γιγάντια απελευθέρωση αποθεμάτων δεν σημαίνει τίποτα για το «τώρα» και είναι σίγουρα βέβαιο ότι είναι ανεπαρκής για το «μετά».

Γιατί; Γιατί για να φτάσουν αυτά τα πετρέλαια στις αγορές χρειάζονται μήνες από εκεί που βρίσκονται και γιατί δεν καλύπτουν παρα ένα πολύ μικρό ποσοστό των πραγματικών αναγκών. Έτσι οι τιμές ενώ αρχικά έπεσαν απότομα στην συνέχεια «αναρριχήθηκαν» ξανά, με το αμερικανικό αργό να ξεπερνά τα 90 δολάρια και στη συνέχεια το Brent να σπάει πάλι το φράγμα των 100 δολαρίων. Η πραγματικότητα δεν επιτρέπει αισιοδοξία, γιατί τα 172 εκατομμύρια βαρέλια που θα συνεισφέρουν οι ΗΠΑ από το Στρατηγικό Αποθεματικό τους θα χρειαστούν περίπου 120 ημέρες για να παραδοθούν. Και ο πόλεμος συνεχίζεται…

Εδώ η σύγκριση με το 2022 είναι αποκαλυπτική για την διαφορά και το βάθος της παρούσας κρίσης. Τότε, τα κράτη IEA απελευθέρωσαν 182 εκατομμύρια βαρέλια με την έναρξη του πολέμου και οι ΗΠΑ πρόσθεσαν ακόμη 180 εκατομμύρια σε διάστημα έξι μηνών. Σήμερα, μόνο το άμεσο «έλλειμμα» από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ υπολογίζεται σε 15 εκατομμύρια βαρέλια αργού και 5 εκατομμύρια βαρέλια άλλων προϊόντων ημερησίως.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι τα 400 εκατομμύρια βαρέλια της IEA θα μπορούσαν (αν ήταν άμεσα διαθέσιμα) να απορροφηθούν σε κάτι λιγότερο από ένα μήνα, αν το Στενό παραμείνει κλειστό… Αυτή είναι η αριθμητική της «προσφοράς και της ζήτησης» με σημείο αναφοράς την τροφοδοσία μέσω του Κόλπου.

Υπάρχουν όμως και άλλες πλευρές που η αναμενόμενη «προπαγάνδα» σε τέτοιες στιγμές γεωπολιτικών συγκρούσεων αφήνει σκόπιμα στην σκιά και οι οποίες όταν «φωτιστούν» διευρύνουν την αντίληψή μας για την πραγματικότητα και τα κίνητρά της. Κάτι που εξηγεί και το γιατί αυτή η κρίση είναι δομικά βαθύτερη από εκείνη του 2022.

Ας δούμε λοιπόν λίγο πέρα από τα επιφαινόμενα. Οι ΗΠΑ αυτή την στιγμή «καταγράφονται» ως ο μεγαλύτερος παραγωγός υδρογονανθράκων στον κόσμο. Και είναι, αν υπολογίσει κανείς το σύνολο της παραγωγής της. Αλλά υδρογονάνθρακες δεν είναι ένα προϊόν, είναι το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο που προέρχεται από το fracking και το βαρύ πετρέλαιο που δεν μπορεί να παραχθεί από εκεί… Η «εικόνα» λοιπόν αλλάζει αν προσπαθήσει να δεί κανείς την σύνθεση αυτής της παραγωγής και την «συμβατότητά» της με το είδος και την σύνθεση των αναγκών της αμερικάνικης και πολύ περισσότερο της παγκόσμιας ή της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Οι ΗΠΑ παράγουν περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, αλλά η εγχώρια ζήτησή τους αγγίζει τα 21 εκατομμύρια, γεγονός που κατ’ αρχήν, την καθιστά καθαρό εισαγωγέα περίπου 8 εκατομμυρίων βαρελιών. Αλλά αυτό δεν είναι το μεγάλο πρόβλημα και το μόνο πρόβλημα. Το πετρέλαιο fracking, που αντιπροσωπεύει τα 7 από τα 13 εκατομμύρια βαρέλια της εγχώριας παραγωγής, είναι ποιοτικά κατώτερο και μπορεί να παράξει βενζίνη 70-72 οκτανίων, που είναι άχρηστη για τις σύγχρονες ανάγκες. Για να γίνει λειτουργικό δηλαδή να παράγει βενζίνη 95 και 100 οκτανίων πρέπει να εμπλουτιστεί με ποιοτικά βαρύ αργό από τη Μέση Ανατολή, τον Καναδά (ή την Βενεζουέλα). Και αυτό πρέπει να εισαχθεί.

Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ δεν εξαρτάται από τη Μέση Ανατολή για ποσότητες πετρελαίου αλλά και για την «ποιότητα» του, καθοριστικά απαραίτητη για να αναβαθμίσει και να αξιοποιήσει την δική της τεράστια παραγωγή. Αυτή η «εξάρτηση» μετατρέπει το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό από τον ενεργειακό σεισμό του 2022. Τότε, η διακοπή αφορούσε κυρίως φυσικό αέριο και ροές πετρελαίου ικανές να διαφοροποιηθούν από άλλες πηγές. Σήμερα, οι αναλυτές (στις ΗΠΑ) προειδοποιούν ότι ακόμα και σε σενάριο αποκλιμάκωσης, οι τιμές δεν πρόκειται να επιστρέψουν σε καμία περίπτωση στα επίπεδα των 60-70 δολαρίων, που επικρατούσαν πριν από τον πόλεμο. Το IRGC απειλεί ανοιχτά με τιμή 200 δολαρίων το βαρέλι, ενώ την ίδια στιγμή η επέκταση και η ένταση του πολέμου στο Ιράν μεταλλάσσει την κρίση σε νέα διάσταση.

Με άλλα λόγια η απελευθέρωση αποθεμάτων αγοράζει, όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι αναλυτές, λίγες εβδομάδες. Δεν αγοράζει «λύση» στο πρόβλημα που την δεκαετία του ’70, άλλαξε κυριολεκτικά τον κόσμο φέρνοντας τα πάνω κάτω σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, οικονομικό, γεωπολιτικό. Δεν αγοράζει «λύση» απέναντι στο νέο κύμα πληθωρισμού και τις «πολιτικές» του συνέπειες, που έρχονται…