Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αυτό τον καιρό βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό πιέσεων που δεν έχει και δεν αφήνει εύκολες «διεξόδους». Οι πληθωριστικές προσδοκίες για τους επόμενους δώδεκα μήνες εκτοξεύτηκαν στο 4%, από 2,5% που ήταν μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο. Ταυτόχρονα, οι «πιστωτικές» συνθήκες στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με την ΕΚΤ, επιδεινώθηκαν κατά 10% στο πρώτο τρίμηνο του έτους και βρίσκονται σε ένα επίπεδο που δεν είχαμε δεί από το 2023.

Οι δύο αυτές «τάσεις» κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις και η ΕΚΤ καλείται να διαχειριστεί αυτή την διελκυστίνδα χωρίς να «σκοτώσει» τη μία για να αντιμετωπίσει την άλλη. Με απλά λόγια οι πληθωριστικές τάσεις ενισχύονται λόγω της ενεργειακής κρίσης ασκώντας πιέσεις για αυξήσεις των επιτοκίων, ενώ την ίδια στιγμή οι ασφυκτικές πιστωτικές συνθήκες θα απαιτούν νομισματική χαλάρωση, δηλαδή δράσεις από την ΕΚΤ, απολύτως αντίθετες.

Η αντίφαση αυτή και το «δίλημμα» που θέτει για την ΕΚΤ δεν είναι συγκυριακό.

Γιατί; Γιατί η άνοδος των πληθωριστικών προσδοκιών συνδεδεμένη με το διεθνές περιβάλλον, θα δικαιολογούσε αύξηση επιτοκίων, σε συνθήκες που ήδη η ασφυκτική πιστωτική συμπίεση που καταγράφεται από την ΕΚΤ, επιβάλλει επιφυλακτικότητα στις κινήσεις της. Είναι πασιφανές πλέον ότι πίσω από τον προβληματικό δανεισμό των επιχειρήσεων κρύβεται η δυσχέρεια που προκύπτει από την επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ. Και μια επιπλέον αύξηση του κόστους χρήματος σε αυτή τη συγκυρία θα επιδείνωνε την ύφεση που ήδη διαφαίνεται στον ορίζοντα της πλειονότητας των χωρών της Ε.Ε.. Ήδη αυτό έχει αρχίσει να καταγράφεται και τα εγχώρια δεδομένα, πέρα και ξέχωρα από το επιπλέον στοιχείο της ολοκλήρωσης του χρηματοδοτικού εργαλείου του Ταμείου Ανάκαμψης.

Μέχρι στιγμής και με βάση τα όσα «έρχονται» από αναφορές μελών του ΔΣ της ΕΚΤ, ο μεσοπρόθεσμος στόχος πληθωρισμού, εκείνος που πραγματικά καθορίζει τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, δεν έχει ακόμη άμεσα διαταραχθεί. Αλλά όπως ξεκαθάρισε ο επικεφαλής της Bundesbank κ. Νάγκελ πρόσφατα, η Ευρωζώνη κινείται πλέον προς το δυσμενές σενάριο εξελίξεων στην οικονομία, τόσο σε σχέση με τον πληθωρισμό όσο και σε σχέση με το ΑΕΠ. Αυτό δεν δίνει στην ΕΚΤ και πολύ χώρο να ελιχθεί. Ίσως και καθόλου….

Η αβεβαιότητα προέρχεται κυρίως από έναν παράγοντα που δεν υπακούει και δεν εξαρτάται από την νομισματική πολιτική, την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στον Κόλπο, που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό.

Η τιμή του πετρελαίου εξαρτάται από την εξέλιξη του πολέμου και από το αν και πότε θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ. Αυτό δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Αντίθετα κάθε σχετικό «νέο» τροφοδοτεί νέες αυξήσεις στο πετρέλαιο.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις αυξήσεις των τιμών αλλά και στις αλυσίδες τροφοδοσίας που περιορίζουν την επάρκεια και έτσι επηρεάζουν τις τιμές. Σε αυτό το περιβάλλον, μια απόφαση αύξησης επιτοκίων για να «προφυλάξει» από τις πληθωριστικές πιέσεις, θα τιμωρούσε ακόμα περισσότερο την πραγματική οικονομία στην Ευρωζώνη.

Βέβαια οι κρίσεις του παρελθόντος έχουν αναγκάσει την ΕΚΤ να βγάλει από το συρτάρι «αντισυμβατικά» εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει και τώρα.

Αλλά αυτό όχι για να θεραπεύσει το πρόβλημα, αλλά να περιορίσει τις συνέπειές του προσωρινά. Η ΕΚΤ για παράδειγμα διαθέτει προγράμματα τύπου TLTRO (στοχευμένες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης) για τις τράπεζες που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μια πιθανή αύξηση επιτοκίων, διοχετεύοντας φθηνή ρευστότητα μέσω τραπεζών στις επιχειρήσεις.

Η κίνηση αυτή βέβαια θα αναζωπύρωνε ωστόσο τη σύγκρουση «γερακιών» και «περιστεριών» στο εσωτερικό του Διοικητικού Συμβουλίου, μια εσωτερική διαμάχη που σε συνθήκες κρίσης μπορεί να είναι από μόνη της… αποσταθεροποιητική.

Για τον Ιούνιο πάντως, την επόμενη κομβική συνεδρίαση της ΕΚΤ, ανάλογα και με τα «νέα» από την σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να δούμε κάτι «ασυνήθιστο».

Στο ΔΣ της ΕΚΤ σύμφωνα με πληροφορίες έχει αρχίσει να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι καλύτερα να διατηρηθεί προς το παρόν μία «γραμμή» που θα αναβάλει μια σαφή σηματοδότηση για τις αγορές, παρά να δοθεί μια λάθος κατεύθυνση. Η αβεβαιότητα, σε ορισμένες συγκυρίες, είναι λιγότερο επιβλαβής από μια λανθασμένη βεβαιότητα…, όπως επισημαίνουν από το περιβάλλον της ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη. Αρκεί βέβαια, αυτή η αβεβαιότητα και η «μη απόφαση», να μην μετατραπεί σε πηγή βαθύτερης ανησυχίας για τις αγορές. Όπως το 2021 με τον Covid… Πολύ περισσότερο μάλιστα που ταυτόχρονα οι διεθνείς συνθήκες, πέρα από τον πόλεμο στον Περσικό, επηρεάζονται καθοριστικά και από τις επικείμενες αλλαγές στην ηγεσία της Fed και την πολιτική των ΗΠΑ για το δολάριο.