Η Ευρώπη όπως όλοι αναγνωρίζουν στην πραγματικότητα έχει δύο θεσμικά όργανα πραγματικής διαχείρισης της κρίσης, το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών (Eurogroup) και το Συμβούλιο των Κεντρικών Τραπεζιτών (ΕΚΤ). Με άλλα λόγια τα δύο συμβούλια στα οποία «δουλεύουν» τα… αφεντικά της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Ο πόλεμος στον Κόλπο και οι συνέπειές του έχουν φέρει σε αδιέξοδο ακόμα και αυτά τα δύο «εργαλεία» για την Ευρωζώνη.

Ο πόλεμος στο Κόλπο όσο και αν οι συζητήσεις για «διαπραγματεύσεις» πάνε μία μπροστά και μία πίσω, όλοι καταλαβαίνουν ότι τίποτα ρεαλιστικό που να έχει να κάνει με εκτόνωση της κατάστασης, δεν μπορεί να προκύψει από αυτές όσο οι ΗΠΑ αυξάνουν την συγκέντρωση χερσαίων δυνάμεων στην περιοχή και όσο ο Νετανιάχου εξακολουθεί να βρίσκεται επικεφαλής στο Ισραήλ. Αλλά ακόμα και αν αύριο το πρωί ο πόλεμος σταματούσε ως εκ θαύματος η «αποκατάσταση» της οικονομικής δραστηριότητας στον … πλανήτη θα χρειαζόταν κάποιους μήνες. Πόσο μάλλον που κατά πως φαίνεται η «κορύφωση» είναι ακόμα μπροστά μας.

Με αυτά τα δεδομένα, τόσο οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης όσο και οι Κεντρικοί Τραπεζίτες της ΟΝΕ, βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα αδιέξοδο, στο οποίο μέσα σε ένα χειρότερο οικονομικό περιβάλλον, δεν έχουν τα περιθώρια να χρησιμοποιήσουν κανένα από τα «εργαλεία» που είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, είτε το 2008, είτε με την πανδημία είτε το 2022 με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Στο Eurogroup οι πιέσεις και ο κατακερματισμός της πολιτικής των «ηγετών» της Ε.Ε. δεν αφήνουν (ακόμα) κανένα περιθώριο προσφυγής σε κάποιου είδους δημοσιονομική «ρήτρα αποφυγής» της κρίσης όπως έγινε με την πανδημία ή το 2022. Όλα φαίνεται να παραπέμπονται είτε σε κάποια επόμενη «έκτακτη» συνάντηση του Eurogroup «ανάλογα με το πως θα εξελιχθεί η κατάσταση…», είτε στην επόμενη συνάντηση του Eurogroup. Και βλέπουμε. Στο μεταξύ ο καθένας ας κάνει ότι … μπορεί.

Παράλληλα ούτε η ΕΚΤ δηλώνει ικανή να παρέμβει στο επίπεδο της νομισματικής πολιτικής, καθώς μια ενδεχόμενη μείωση των επιτοκίων και κάποια «ποσοτική χαλάρωση» για να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης, σκοντάφτει στην βεβαιότητα της αύξησης των πληθωριστικών πιέσεων. Ταυτόχρονα οποιαδήποτε σκέψη για αύξηση των επιτοκίων για να αντιμετωπισθεί ο ταχέως επανερχόμενος πληθωρισμός θα επιτάχυνε την διολίσθηση στην ύφεση με συνέπειες πιθανώς ανεξέλεγκτες όχι μόνο στις εθνικές οικονομίες αλλά κυρίως στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, επίσημο (τράπεζες) και ανεπίσημο (private credit).

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα… κατά την γνωστή παροιμία.

Και το χειρότερο από όλα είναι ότι κανένας «θεσμός» της Ε.Ε. δεν είναι σε θέση να παρέμβει στις αιτίες αυτής της κρίσης (στην πολιτική ΗΠΑ και Ισραήλ) οι οποίες είναι ολοσχερώς εκτός των ορίων (ικανότητας) παρέμβασης των ηγετικών σωμάτων της Ε.Ε.

Με αυτά τα «δεδομένα» είναι απολύτως κατανοητό το γεγονός ότι ούτε οι Υπουργοί Οικονομικών στο Eurogroup, ούτε οι «συνάδελφοί» τους Κεντρικοί Τραπεζίτες εμφανίζονται έτοιμοι, ή ικανοί να προτείνουν, κάτι συγκεκριμένο.

Η προφανής συνέπεια μιας τέτοιας κατάστασης είναι ότι (προς το παρόν τουλάχιστον) όλες οι χώρες της Ε.Ε. μαζί και η Ελλάδα κινούνται στην «γραμμή» του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»… Μια γραμμή με ολοένα και λιγότερα περιθώρια όσο ο πολιτικός κύκλος πλησιάζει να κλείσει με νέες εκλογές.