Συμβαίνει τώρα:
Ελλάδα

Το ΣτΕ βάζει «φρένο» στην τακτοποίηση αυθαιρέτων με άδειες που έχουν ακυρωθεί δικαστικά

Το ζήτημα αφορούσε περιπτώσεις στις οποίες η οικοδομική άδεια είχε ακυρωθεί λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος και ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία κατά την έκδοσή της
Προσθήκη του newsit.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του ν. 4495/2017 που επέτρεπαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων, όταν η οικοδομική τους άδεια είχε ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.

Συγκεκριμένα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα τακτοποίησης αυθαιρέτων κτισμάτων των οποίων η οικοδομική άδεια έχει ακυρωθεί δικαστικά.

Το ζήτημα αφορούσε περιπτώσεις στις οποίες η οικοδομική άδεια είχε ακυρωθεί λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία κατά την έκδοσή της.

Το Δικαστήριο, ακολουθώντας τη σταθερή νομολογία του για την αυθαίρετη δόμηση, έκρινε ότι το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο προσκρούει στο Σύνταγμα για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, η αυτόματη υπαγωγή των αυθαιρέτων σε καθεστώς τακτοποίησης, παρά την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που έχει ακυρώσει την οικοδομική άδεια, ουσιαστικά αποδυναμώνει το αποτέλεσμα της δικαστικής κρίσης και περιορίζει την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται με αυτήν.

Δεύτερον, οι επίμαχες ρυθμίσεις επιτρέπουν τη διατήρηση των κτιρίων με τα χαρακτηριστικά που προέβλεπε η ακυρωθείσα οικοδομική άδεια, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας οικοδομικής άδειας ή άλλης διοικητικής πράξης που να νομιμοποιεί εκ νέου την κατασκευή.

Κατά την Ολομέλεια, οι ρυθμίσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τις συνταγματικές επιταγές για την αποτελεσματική δικαστική προστασία, αλλά ούτε και με τις αντίστοιχες εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, το ΣτΕ θέτει, επομένως, σαφή όρια στη δυνατότητα του νομοθέτη να παρέχει εκ των υστέρων καθεστώς διατήρησης σε αυθαίρετες κατασκευές, όταν η οικοδομική άδεια έχει ήδη ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΣτΕ

«Το Δικαστήριο, στις αποφάσεις 1182 και 1183/2026 της Ολομελείας του (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου, Σύμβουλος Επικρατείας), ασχολήθηκε με το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, με τις οποίες επιτρέπεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, η οικοδομική άδεια των οποίων ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υποβλήθηκαν από τον διοικούμενο, κατά την έκδοση αυτής, ψευδή ή αναληθή στοιχεία.

Το Δικαστήριο, στις πρώτες σκέψεις των αποφάσεων, υπενθύμισε τη νομολογία του περί αυθαιρέτων, και ειδικότερα τις αποφάσεις της Ολομέλειας 3500/2009 και 3921/2010 που έκριναν ότι διατάξεις με τις οποίες επιχειρήθηκε να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση νέες αυθαίρετες οικοδομές (συντελεσθείσες μετά την 31.1.1983 – την αρχική «κόκκινη γραμμή» που είχε θέσει ο ν. 1337/1983), μεταξύ αυτών και εκείνες που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους διοικουμένους δυνάμει οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση, αντίκεινται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, καθόσον οδηγούσαν στη νόθευση του πολεοδομικού σχεδιασμού, μεταξύ άλλων και διότι οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης αναφέρονταν σε κάθε εξεταζόμενο κτίσμα, χωρίς να εκτιμάται η συνολική επιβάρυνση της περιοχής.

Ακολούθησαν οι αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου με τις οποίες κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις του ν. 4014/2011, με τις οποίες η τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων της νέας «κόκκινης γραμμής» (28.7.2011), μεταξύ αυτών και εκείνων που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους και κατέστησαν αυθαίρετα λόγω ακύρωσης της οικοδομικής τους άδειας, καταστρώθηκε ως αυτόματη διαδικασία αντίκεινται στο Σύνταγμα διότι έχουν ως συνέπεια να νοθεύεται ο συνταγματικά επιβαλλόμενος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός.

Εν συνεχεία, με την 1858/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές οι διατάξεις του ν. 4178/2013 που προέβλεψαν αθρόα «νομιμοποίηση» αυθαιρέτων κατασκευών της ίδιας κόκκινης γραμμής, περαιτέρω όμως κρίθηκε ότι το άρθρο 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013, που προέβλεπε την δυνατότητα εξαίρεσης από την κατεδάφιση κτισμάτων, οι άδειες των οποίων ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 26, 20 παρ. 1 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος.

Μετά την παράθεση της ανωτέρω νομολογίας το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 αντίκεινται σε περισσότερες διατάξεις του Συντάγματος. Ειδικότερα, Α) σύμφωνα με την πρώτη συνταγματική βάση οι ως άνω διατάξεις αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 διότι επιλέγουν, όπως και οι αντίστοιχες προηγούμενες του ν. 4178/2013 αλλά και του ν. 4014/2011, το σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4495/2017, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων, εφόσον αίρεται η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς αυτές.

Δεν συντρέχει δε περίπτωση προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκείνων τα κτίρια των οποίων κατέστησαν αυθαίρετα εξαιτίας της ακύρωσης της οικοδομικής τους άδειας για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά τους, διότι τούτο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος και να υπερισχύσει της συνταγματικής υποχρέωσης του νομοθέτη και της Διοίκησης να εφαρμόζουν τις δικαστικές αποφάσεις ούτε να καταστήσει κενό περιεχομένου το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των αντιδίκων που επέτυχαν την ακύρωση των αδειών για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους.

Άλλωστε, κατά τη στάθμιση μεταξύ δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ιδιοκτητών που εξέδωσαν οικοδομικές άδειες με όρους εσφαλμένους ή ανίσχυρους και του ατομικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας, το Δικαστήριο είχε ήδη διαμορφώσει νομολογία ότι τα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί δυνάμει αδειών οι οποίες ακυρώθηκαν με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, δεν μπορούν, κατά το Σύνταγμα να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση.

Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 3 εδάφια α΄ και β΄ του νόμου 4495/2017 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, αντίκεινται στα άρθρα 26 παρ. 1, 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Β) Κατά τη δεύτερη συνταγματική βάση οι ελεγχόμενες διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 24 παρ. 2 Συντ., διότι επιτρέπουν τη διατήρηση των κτιρίων με τα χαρακτηριστικά που προέβλεπαν οι ακυρωθείσες οικοδομικές άδειες χωρίς τούτο να είναι αποτέλεσμα νέας οικοδομικής άδειας ή άλλης πράξης, εκδιδόμενης επί τη βάσει νομικών και πραγματικών δεδομένων πολεοδομικού χαρακτήρα, διαφόρων εκείνων ενόψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα των ακυρωθεισών αδειών.

Ενόψει του θεμελιώδους ελαττώματος των εν λόγω αδειών, περίπτωση διατήρησης, νόμιμης και θεμιτής, θα ήταν εκείνη η οποία θα είχε ως έρεισμα μία γενική μεταβολή του εφαρμοστέου πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, η οποία θα λάμβανε χώρα κατά τρόπο συμβατό με την απορρέουσα από το Σύνταγμα υποχρέωση του νομοθέτη για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό.

Μία μεταβολή, δηλαδή, υπαγορευόμενη από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες της περιοχής και στοχεύουσα στην ορθή ανάπτυξη του οικισμού, στην προστασία του περιβάλλοντος, στη θέσπιση των βέλτιστων δυνατών όρων διαβίωσης και στην οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, η οποία θα λάμβανε υπόψη και την επιβάρυνση του οικισμού από την εφαρμογή των κριθέντων ως εσφαλμένων ή ανίσχυρων όρων δόμησης και θα επιχειρούσε να προβεί στην περιβαλλοντική και πολεοδομική αποκατάσταση και εξισορρόπηση της επιβάρυνσης.

Οι ελεγχόμενες διατάξεις του ν. 4495/2017 προσκρούουν, τέλος, στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και διότι δεν προσφέρουν έναν εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των νικησάντων διαδίκων προβλέποντας τη χορήγηση αποζημίωσης, ειδικώς εκ του νόμου καθοριζόμενης, σε όσους επέτυχαν την ακύρωση των οικοδομικών αδειών κτιρίων, χωρίς αυτά να κατεδαφίζονται.

Προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος μιας τέτοιας αποζημίωσης θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν τα δικαιώματα των νικησάντων διαδίκων, χάριν των οποίων ζητήθηκε δικαστική προστασία (λ.χ. το δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας), η βλάβη αυτών από τη μακρόχρονη παράνομη διατήρηση των αυθαιρέτων κτιρίων, η διάρκεια των δικαστικών αγώνων και η διαγνωσθείσα από δικαστήριο παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση».

Σχόλια
Σχολίασε εδώ
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ελλάδα
Ακολουθήστε το Νewsit.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλη την ειδησεογραφία και τα τελευταία νέα της ημέρας
Ελλάδα: Περισσότερα άρθρα
Φωτιά στην Πάστρα Κεφαλονιάς
Στην επιχείρηση κατάσβεσης συμμετέχουν και εναέρια μέσα, καθώς κινητοποιήθηκαν 2 ελικόπτερα και 2 πυροσβεστικά αεροσκάφη
Φωτιά, ελικόπτερο, κατάσβεση