Η συμφωνία ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία, που επιτρέπει στο Ριάντ να κατασκευάζει πυρηνικούς αντιδραστήρες με αμερικανική τεχνολογία και να εμπλουτίζει ουράνιο, έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στο Ισραήλ. Πολλοί φοβούνται ότι αυτή η εξέλιξη μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια νέα κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή.
Η συμφωνία ανακοινώθηκε την Τετάρτη 22.07.2026, όμως για να τεθεί σε ισχύ θα πρέπει να εγκριθεί και από το Κογκρέσο. Στόχος της είναι να δώσει στη Σαουδική Αραβία τη δυνατότητα να αναπτύξει πυρηνικό πρόγραμμα αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, σε συνεργασία με την τεχνογνωσία των ΗΠΑ.
Μέχρι στιγμής, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, καθώς και οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών, δεν έχουν κάνει κάποια επίσημη δήλωση για τη συμφωνία. Ωστόσο, επικριτές υποστηρίζουν ότι μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα ασφαλείας της χώρας.
Ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος διεκδικεί την πρωτιά απέναντι στον Μπέντζαμιν Νετανιάχου στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, χαρακτήρισε τη συμφωνία σοβαρό στρατηγικό λάθος. Όπως είπε, ο εμπλουτισμός ουρανίου σε σαουδαραβικό έδαφος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια περιφερειακή πυρηνική κούρσα και να δημιουργήσει επικίνδυνες εξελίξεις.
«Η πυρηνική συμφωνία που διαμορφώνεται με τη Σαουδική Αραβία, παρακάμπτοντας το Ισραήλ, είναι μια σοβαρή στρατηγική αποτυχία που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλειά μας», δήλωσε ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ. «Ο πυρηνικός εμπλουτισμός σε σαουδαραβικό έδαφος θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια περιφερειακή πυρηνική μάχη και μια επικίνδυνη απώλεια ελέγχου».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρώην υπουργός Άμυνας, Αβίγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος εκτίμησε ότι ένα πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα στη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε στο μέλλον να εξελιχθεί σε πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, προκαλώντας έντονο ανταγωνισμό εξοπλισμών σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, κάλεσε το Ισραήλ να αντιδράσει και να ασκήσει πίεση στο αμερικανικό Κογκρέσο, ώστε να μην εγκριθεί η συμφωνία.
Η συζήτηση για μια τέτοια συμφωνία βρίσκεται στο τραπέζι εδώ και αρκετά χρόνια, τόσο επί της πρώτης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ όσο και κατά τη θητεία του Τζο Μπάιντεν.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν είχε υπογραφεί κάποια συμφωνία, κυρίως λόγω των αντιδράσεων οργανώσεων που ασχολούνται με τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Οι οργανώσεις αυτές προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να δώσει στη Σαουδική Αραβία τη δυνατότητα να αποκτήσει στο μέλλον πυρηνικά όπλα.
Παράλληλα, το Ισραήλ ήλπιζε ότι οποιαδήποτε συμφωνία για την πυρηνική ενέργεια θα συνδεόταν με την εξομάλυνση των σχέσεών του με τη Σαουδική Αραβία, όπως προέβλεπε το σχέδιο της κυβέρνησης Μπάιντεν.
Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός Άμυνας Μπένι Γκαντς δήλωσε ότι κανένας αξιωματούχος ασφαλείας δεν θεωρεί θετική για το Ισραήλ την ανάπτυξη πυρηνικών δυνατοτήτων στη Σαουδική Αραβία, εφόσον αυτή δεν εντάσσεται σε μια ευρύτερη περιφερειακή συμμαχία που θα ενίσχυε τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην περιοχή.
«Δεν υπάρχει αξιωματούχος ασφαλείας που θα πει ότι η εισαγωγή πυρηνικών ικανοτήτων για ειρηνικούς σκοπούς στη Σαουδική Αραβία, χωρίς η κίνηση αυτή να εντάσσεται στην οικοδόμηση μιας μετριοπαθούς περιφερειακής συμμαχίας, είναι ένα βήμα που είναι καλό για την ασφάλεια του Ισραήλ», δήλωσε ο Μπένι Γκαντς.
Η συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας που επιτρέπει στο Ριάντ να κατασκευάσει πυρηνικούς αντιδραστήρες με τη χρήση αμερικανικής τεχνολογίας και να εμπλουτίσει ουράνιο έχει τροφοδοτήσει φόβους στο Ισραήλ ότι θα ξεκινήσει κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή.
