Συγκλονιστικές μαρτυρίες φέρνουν στο φως πιθανά εγκλήματα πολέμου την περίοδο της πολιορκίας του Σαράγεβο, στα χρόνια της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Bιβλίο υποστηρίζει ότι ένοπλοι «τουρίστες» ταξίδευαν από διάφορες χώρες, προκειμένου να συμμετάσχουν σε ένα φρικιαστικό «ανθρώπινο σαφάρι», πυροβολώντας αμάχους για διασκέδαση κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία. Και μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες, προτεραιότητα στη σφαγή έπαιρναν τα παιδιά και οι νεαρές γυναίκες.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, εύποροι επισκέπτες από τη Ρωσία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ πραγματοποιούσαν ταξίδια στο Σαράγεβο μεταξύ 1992 και 1995 και πλήρωναν Σέρβους μαχητές, ώστε να συμμετέχουν στο λεγόμενο «Sarajevo Safari» (Σαφάρι του Σαράγεβο). Οι καταγγελίες αφορούν την αιματηρή σύγκρουση που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 11.500 αμάχους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Οι αναφορές αυτές είχαν παρουσιαστεί και σε ντοκιμαντέρ του 2022, το οποίο υποστήριζε ότι τουρίστες, ανάμεσά τους Βρετανοί, Γερμανοί, Ισπανοί και Ιταλοί, καθώς και ελεύθεροι σκοπευτές από τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, κατέβαλαν ακόμα μεγαλύτερα ποσά για να πυροβολούν παιδιά.
Πυροβολούσαν τα παιδιά και τις πιο ελκυστικές γυναίκες
Το βιβλίο «Pay and Shoot» του Κροάτη δημοσιογράφου, Ντομάγκοϊ Μάργκετιτς, περιλαμβάνει, σύμφωνα με δημοσίευμα των Times, έγγραφα που παραδόθηκαν στον συγγραφέα από Βόσνιο αξιωματικό πληροφοριών πριν από τη δολοφονία του το 1996. Το βιβλίο βασίζεται σε έγγραφα που φέρεται να συγκέντρωσε ο Βόσνιος πράκτορας Νεντζάντ Ούγκλιεν πριν από τον θάνατό του το 1996.
Σύμφωνα με το βιβλίο, οι νεαρές γυναίκες είχαν υψηλότερη «τιμή», που έφτανε τα 95.000 μάρκα, ενώ οι πιο ακριβοί «στόχοι» ήταν οι έγκυες γυναίκες, για τις οποίες το ποσό ανερχόταν στα 110.000 μάρκα. Ο Μάργκετιτς δήλωσε πως «ο Ούγκλιεν έγραψε επίσης ότι οι ξένοι ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος θα πυροβολήσει τις πιο όμορφες γυναίκες».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το βιβλίο υποστηρίζει ακόμα ότι η ιδέα για το «σαφάρι» προήλθε από την Κροατία και όχι από τη Σερβία και ότι εμπλεκόταν Κροάτης που είχε εργαστεί παλαιότερα στις γιουγκοσλαβικές μυστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, ο Μάργκετιτς υιοθετεί προηγούμενους ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους η αδιάκριτη αιματοχυσία εκείνων των ετών ενδέχεται να μην προερχόταν αποκλειστικά από τις πολιτοφυλακές των Σερβοβόσνιων, αλλά και από απλούς πολίτες που αναζητούσαν συγκινήσεις.
Τον Νοέμβριο του 2025, οι ιταλικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για τις καταγγελίες, με επιζώντες να εκφράζουν την ελπίδα ότι η αλήθεια θα αποκαλυφθεί έπειτα από δεκαετίες φημών γύρω από την αξιοπιστία των ισχυρισμών.
Το 2007, ο Τζον Τζόρνταν, πρώην πεζοναύτης των ΗΠΑ, κατέθεσε στη Χάγη ενώπιον του ad hoc διεθνούς ποινικού δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία, που λειτουργούσε υπό τον ΟΗΕ. Ο βετεράνος έκανε σοκαριστικές αναφορές για την περίοδο που εργαζόταν εθελοντικά ως πυροσβέστης του ΟΗΕ στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, από το 1992 έως το 1995.
Η κρίση ξέσπασε όταν οι σερβοβοσνιακές δυνάμεις, αντιδρώντας στην απόφαση της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης να αποχωρήσει από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, πολιόρκησαν την πόλη για 44 μήνες, διακόπτοντας την τροφοδοσία, την ηλεκτροδότηση και βομβαρδίζοντας ολόκληρες συνοικίες με πυροβολικό και όλμους.
Τζόρνταν εγκαταστάθηκε στο Σαράγεβο κατά τη διάρκεια της μακρύτερης πολιορκίας στη σύγχρονη ιστορία του πολέμου, προκειμένου να βοηθήσει αμάχους, και αργότερα κατέθεσε για τις φρικαλεότητες που, όπως είπε, είδε με τα μάτια του. Η δίκη οδήγησε στην καταδίκη του Σερβοβόσνιου στρατηγού, Ντραγκόμιρ Μιλόσεβιτς, σε κάθειρξη 33 ετών για φόνο, απάνθρωπη μεταχείριση και επίβλεψη εκστρατείας τρόμου που σκότωσε χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως μουσουλμάνους.
Κατά την κατάθεσή του, ο Τζόρνταν αναφέρθηκε σε σειρά ωμοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της αδιάκριτης στοχοποίησης άοπλων κατοίκων από τους Σέρβους, όπως αναφέρει η Daily Mail. Ο ίδιος τραυματίστηκε από πυροβολισμό στο στήθος, ενώ ανταποκρινόταν σε πυρκαγιά στην πρώτη γραμμή της πόλης, βόρεια της περιοχής Γκρμπάβιτσα που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Σερβοβόσνιων.
Κατέθεσε ακόμα ότι οι Σέρβοι σκοπευτές φαίνονταν να στοχεύουν σκόπιμα τα νεότερα μέλη μιας οικογένειας, προκειμένου να «προκαλέσουν τον μεγαλύτερο πόνο στους επιζώντες». Όπως δήλωσε: «Αν περπατούσαν μαζί ένας ενήλικας και ένα παιδί, πυροβολούσαν το παιδί. Αν περπατούσε μια οικογένεια, στόχευαν το νεότερο μέλος. Σε μια ομάδα κοριτσιών, φαινόταν πως πυροβολούσαν τις πιο όμορφες».
Στη συνέχεια προχώρησε σε ακόμα μία σοβαρή καταγγελία, η οποία δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά, υποστηρίζοντας ότι το Σαράγεβο ήταν γεμάτο από «τουρίστες σκοπευτές» εξοπλισμένους με κυνηγετικά όπλα, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει από το εξωτερικό και πλήρωναν αδρά για να πυροβολούν στο πλευρό των Σέρβων ως μορφή ψυχαγωγίας του Σαββατοκύριακου.
«Είχα δει περισσότερες από μία φορές άτομα που δεν έμοιαζαν ντόπιοι από την ενδυμασία τους, από τα όπλα που κρατούσαν και από τον τρόπο με τον οποίο τους καθοδηγούσαν οι ντόπιοι», κατέθεσε ο Τζόρνταν στο δικαστήριο. Όταν ρωτήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, ανέφερε ότι οι συγκεκριμένοι «τουρίστες σκοπευτές» φορούσαν συνδυασμό πολιτικής και στρατιωτικής ενδυμασίας, κάτι που τους ξεχώριζε από τους Σέρβους μαχητές, ενώ έφεραν όπλα περισσότερο κατάλληλα «για κυνήγι αγριογούρουνου στον Μέλανα Δρυμό παρά για αστικό πόλεμο στα Βαλκάνια».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ξένοι έμοιαζαν «εντελώς άγνωστοι» με την πόλη και συχνά συνοδεύονταν σχεδόν «χέρι χέρι» από άτομα που γνώριζαν καλά την περιοχή. Ωστόσο, η μαρτυρία του θεωρήθηκε αδύναμη, καθώς παραδέχτηκε ότι «δεν είδε ποτέ πραγματικά κάποιον να πυροβολεί», αν και επέμενε πως είχε δει ένοπλους ξένους στις περιοχές γύρω από την Γκρμπάβιτσα και άλλες συνοικίες.
Παρά ταύτα, οι καταγγελίες του δεν ξεχάστηκαν και συνέχισαν να προκαλούν ενδιαφέρον και εικασίες με την πάροδο των ετών. Το 2022, ο Σλοβένος σκηνοθέτης, Μίραν Ζουπάνιτς, κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ «Sarajevo Safari», συγκεντρώνοντας μαρτυρίες ανθρώπων που υποστήριζαν ότι είχαν δει παρόμοιες δραστηριότητες από κοντά.
Ένας από τους συμμετέχοντες στο ντοκιμαντέρ ήταν ανώνυμος Σλοβένος, ο οποίος εργαζόταν ως αξιωματικός πληροφοριών για τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των πολέμων στα Βαλκάνια και ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί τη Βοσνία περίπου 35 φορές μεταξύ 1992 και 1994.
Περιγράφοντας τους ξένους που συμμετείχαν στο αποκαλούμενο «σαφάρι», από τα οποία είπε ότι είχε παρακολουθήσει επτά, ανέφερε ότι προέρχονταν από τα «ανώτερα κοινωνικά στρώματα». «Αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα δεν ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι. Ήταν άτομα σε υψηλές θέσεις, προστατευμένα… άνθρωποι που, αφού είχαν τα πάντα, αναζητούσαν άλλη μία συγκίνηση, λέγοντας στον εαυτό τους: “Γιατί να μην πυροβολήσω τώρα ένα παιδί ή έναν ενήλικα στο Σαράγεβο και να αντλήσω άλλη μία ευχαρίστηση; Δεν θα σκοτώνω μόνο ζώα“», ανέφερε.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι δεν έμαθε ποτέ τα ακριβή ποσά που καταβάλλονταν, αλλά υποστήριξε ότι «ήταν τρομερά ακριβά» και ότι «η τιμή ήταν υψηλότερη για ένα παιδί».
«Ανυπομονούσαν να έρθουν»
Σε μια μακροσκελή περιγραφή, ο μάρτυρας διηγήθηκε πώς προσκλήθηκε σε ένα από τα σαφάρι και συνοδεύτηκε σε ένα στρατιωτικό τζιπ, αφού του δόθηκαν αλεξίσφαιρο γιλέκο, κράνος και πράσινη στολή.
«Μου είπαν ότι θα μου έδειχναν τις θέσεις των στρατιωτών τους», είπε ο μάρτυρας, αλλά στη συνέχεια το τζιπ σταμάτησε μπροστά σε ένα κτίριο και παρατήρησε κάτι περίεργο σχετικά με τους λεγόμενους στρατιώτες.
«Εκεί είδα τρεις κυρίους των οποίων τα πρόσωπα μου έδειξαν αμέσως ότι δεν ήταν από τη Βοσνία ούτε Σέρβοι ούτε Μαυροβούνιοι, έπρεπε να είναι από τη Δύση.
«Ένας από αυτούς έμοιαζε μάλιστα με Ρώσο. Το καταλαβαίνω από το πρόσωπο. Ήταν προετοιμασμένοι: φαινόταν ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί. Νόμιζα ότι ήταν ξένοι δημοσιογράφοι… Τότε συνδύασα τα στοιχεία. Αυτοί οι άνδρες ανυπομονούσαν να έρθουν και να κάνουν κάτι», είπε.