Ειδικό τέλος αξίας 3 ευρώ θα επιβάλλει από τις 26 Ιουλίου η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στα μικροδέματα από την Κίνα αξίας 150 ευρώ και κάτω, εκτιμώντας ότι έχουν δημιουργήσει σημαντικό πρόβλημα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι αρμόδιες αρχές της ΕΕ αναγνωρίζοντας την πίεση που ασκείται στην αγορά από την εκτίναξη των εισαγωγών δεμάτων μικρής οικονομικής αξίας από την Κίνα αποφάσισαν να ενισχύσουν τον ελεγκτικό μηχανισμό τους, επιβάλλοντας το συγκεκριμένο τέλος έως και τον Ιούλιο του 2028.
Ο δασμός θα επιβάλλεται σε κάθε διαφορετική κατηγορία ειδών, η οποία θα προσδιορίζεται σύμφωνα με τις δασμολογικές διακρίσεις των ειδών που περιέχονται σε ένα δέμα.
Έτσι, για παράδειγμα, ένα δέμα μπορεί να περιέχει 1 μεταξωτή μπλούζα και 2 μάλλινες. Καθώς τα προϊόντα υπάγονται σε διαφορετικές δασμολογικές διακρίσεις, το δέμα περιέχει δύο διακριτά είδη και θα πρέπει να καταβληθεί τελωνειακός δασμός ύψους 6 ευρώ.
Η κυριαρχία της Κίνας σε αριθμούς
Περίπου 5,9 δισ. δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ διακινήθηκαν στον πλανήτη εντός του 2025, ενώ οι ηλεκτρονικές αγορές που έγιναν από πολίτες της ΕΕ, στράφηκαν σε προϊόντα από την Κίνα που αποτέλεσαν το 93% των συνολικών αγορών τους.
Η Κίνα κατάφερε να κυριαρχήσει απόλυτα στις ηλεκτρονικές αγορές για δέματα κάτω των 150 ευρώ που έφτασαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυρίως λόγω Temu και Shein. Ενώ ας σημειωθεί ότι πρόσφατα η ΕΕ επέβαλε πρόστιμο 200 εκατ. ευρώ στην Temu, λόγω διακίνησης παράνομων προϊόντων μέσω της πλατφόρμας της.
Σύμφωνα με έρευνα της Κομισιόν για το ηλεκτρονικό εμπόριο εντός της ΕΕ, το 2025 οι αποστολές δεμάτων χαμηλής αξίας προς την ΕΕ, κατέγραψαν αύξηση της τάξης του 26% σε σχέση με το 2024.
Ο όγκος αυτού του τύπου των αποστολών, αξίας κάτω των 150 ευρώ, αυξήθηκε εκρηκτικά τα τελευταία χρόνια. Μεταξύ 2022 και 2023, αυξήθηκε κατά 75% και στη συνέχεια διπλασιάστηκε από το 2023 έως το 2024, φτάνοντας σχεδόν τα 4,7 δισεκατομμύρια δέματα στο τέλος του 2024.
Η ανάπτυξη συνεχίστηκε και το 2025 σε ποσοστό 26%, ανεβάζοντας τον συνολικό όγκο δεμάτων σε 5,9 δισεκατομμύρια μέχρι το τέλος του έτους. Σύμφωνα με την έρευνα, η τάση αντιπροσωπεύει την κυριαρχία των εμπορικών εταιρειών πολύ χαμηλής αξίας (Temu και Shein) σε σύγκριση με πιο παραδοσιακές μορφές εμπορίου.
Αν και τα μικρά δέματα πολύ χαμηλής αξίας -κυρίως παραγγελίες online από την Κίνα- αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος σε όγκο των εισαγόμενων δεμάτων (περίπου 98%), ο τζίρος τους καλύπτει μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό της συνολικής αξίας των εισαγόμενων προϊόντων, περίπου 2,1%.
Αυτό αντανακλά την πολύ χαμηλή μέση τιμή των προϊόντων σε αυτήν την κατηγορία των δεμάτων μικρής οικονομικής αξίας, η οποία κυμαίνεται κάτω από 9 ευρώ ανά δέμα.
Σε σχέση με τον όγκο, το ποσοστό της Κίνας αντιστοιχεί στο 93% των αποστολών, ακολουθεί η Αγγλία με 2%, οι ΗΠΑ με 1% και άλλες χώρες με 4%. Σε αξία, η Κίνα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μερίδιο με 78%, με την Αγγλία να ακολουθεί με 7%, τις Ηνωμένες Πολιτείες με 3% και άλλες χώρες με 12%.
Ροές ακατάλληλων προϊόντων
Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας που είχε πραγματοποιήσει Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), μεγάλη πανευρωπαϊκή τελωνειακή επιχείρηση με ελέγχους 20.000 παιχνιδιών και μικρών ηλεκτρονικών συσκευών από τρίτες χώρες, έδειξε ότι περισσότερα από τα μισά δεν πληρούσαν τα πρότυπα της ΕΕ. Μάλιστα, το 84% των προϊόντων που υποβλήθηκαν σε εργαστηριακές δοκιμές κρίθηκε επικίνδυνο.
Παράλληλα, η Κομισιόν είχε διαπιστώσει προκαταρκτικά ότι η πλατφόρμα TikTok παραβιάζει τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA) λόγω εθιστικού σχεδιασμού και αλγοριθμικών συστημάτων συστάσεων. Εντοπίστηκε πως τα ίδια συστήματα λειτουργούν και ως μηχανισμοί προώθησης προϊόντων χαμηλής αξίας, ενισχύοντας παρορμητικές αγορές και στρεβλώνοντας τους όρους ανταγωνισμού στο ηλεκτρονικό εμπόριο.
Ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης είχε μιλήσει -μεταξύ άλλων- για «ένα τριπλό σοκ» που πρέπει να σημάνει συναγερμό σε επίπεδο κορυφής της ΕΕ, λέγοντας ότι το ευρωπαϊκό εμπόριο δέχεται αδυσώπητο πόλεμο σε ασύλληπτη κλίμακα και ταχύτητα και με «δούρειο ίππο» τους αλγόριθμους των social media, με τον εχθρό να είναι εντός των τειχών σαρώνοντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των καταναλωτών.
