Στην επιστολή του προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας για τη συνταγματική αναθεώρηση την περασμένη Δευτέρα (2.2.2026), ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έθεσε, μεταξύ άλλων, και το θέμα της κατοχύρωσης της δημοσιονομικής σταθερότητας στον καταστατικό νόμο του κράτους. Όπως ανέφερε, η πρόταση του κόμματος θα οριστικοποιηθεί τον Μάρτιο και η κοινοβουλευτική διαδικασία θα ξεκινήσει τον Απρίλιο.
Σε ομιλία που έκανε την επόμενη ημέρα σε εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, υπογράμμισε ότι «η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για ρήτρα δημοσιονομικής σταθερότητας στο Σύνταγμα είναι μια εγγύηση για τις επόμενες γενιές ότι θα κάνουμε μια σοβαρή πολιτική και όχι μια πολιτική, που θα ξεχνάει το συμφέρον των παιδιών μας απλά και μόνο για να γίνουμε εμείς ευχάριστοι προσωρινά».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο κ. Χατζηδάκης αναφέρθηκε στη σχετική πρόβλεψη που υπάρχει στο γερμανικό Σύνταγμα, σημειώνοντας: «Διερωτώμαι, λοιπόν, πώς μια πρόβλεψη που υπάρχει στο Σύνταγμα της ισχυρότερης οικονομικά χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσε να απορριφθεί από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι το θεμέλιο για να προχωρήσει κανείς μπροστά, να προσελκύσει επενδύσεις, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και επιπλέον ανάπτυξη. Διαφορετικά, θα φτάσουμε εκεί που ήμασταν την περασμένη δεκαετία».
Η Γερμανία αποτελεί το πιο προβεβλημένο παράδειγμα για τη συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Το 2009 καθιέρωσε τη ρήτρα των (διαρθρωτικά) ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, που είναι γνωστή ως φρένο χρέους (Schuldenbremse), τροποποιώντας προηγούμενη διάταξη από το 1969 που έδινε τη δυνατότητα καθαρού δανεισμού, δηλαδή δημιουργίας νέων ελλειμμάτων, για τις δαπάνες δημόσιων επενδύσεων.
Σκοπός της ρήτρας ήταν να μειωθεί το χρέος της μεγαλύτερης χώρας της Ευρωζώνης, το οποίο είχε εκτιναχθεί στο 80% του ΑΕΠ – πάνω από το όριο του 60% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ – στον απόηχο της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008/2009. Το δημόσιο χρέος της Γερμανίας ήταν ιδιαίτερα χαμηλό – στο 40% του ΑΕΠ – το 1990 αλλά στη δεκαετία έως το 2000 αυξήθηκε στο 60% λόγω των δαπανών που προκάλεσε η ενοποίηση της χώρας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το άρθρο 115 του γερμανικού συντάγματος προβλέπει ότι ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός δεν μπορεί να έχει διαρθρωτικό έλλειμμα μεγαλύτερο από το 0,35% του ΑΕΠ. Η αναφορά στο διαρθρωτικό έλλειμμα δίνει μία αυτόματη ευελιξία στην αντιμετώπιση δύσκολων οικονομικών περιόδων, όταν η ανάπτυξη είναι χαμηλότερη από τον δυνητικό ρυθμό της (σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης) ή ακόμη περισσότερο όταν η οικονομία είναι σε ύφεση. Έτσι, όταν υπάρχει ύφεση το τρέχον έλλειμμα μπορεί να είναι πολύ υψηλότερο από το 0,35% και, αντίθετα, όταν η ανάπτυξη είναι υψηλή θα πρέπει να υπάρχουν πλεονάσματα στον προϋπολογισμό.
Επιπλέον, η ρήτρα για τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς μπορεί να αρθεί σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που έχουν μεγάλο αρνητικό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά. Η δυνατότητα αυτή χρησιμοποιήθηκε την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, με την άρση της σχετικής ρήτρας το 2020, η οποία τέθηκε ξανά σε ισχύ το 2023, αφού είχε αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της οικονομίας.
Η διάταξη για το φρένο χρέος τροποποιήθηκε δύο φορές την τελευταία τριετία, επιτρέποντας τη δημιουργία ελλειμμάτων για ειδικούς σκοπούς, όπως ο εξοπλισμός της Γερμανίας και η προώθηση επενδύσεων σε υποδομές για να ενισχυθεί η ανάπτυξη της οικονομίας. Το 2022, η τότε τρικομματική κυβέρνηση του Ολαφ Σολτς συγκέντρωσε την απαραίτητη πλειοψηφία των δύο τρίτων στη Βουλή για τη σύσταση ενός ταμείου αμυντικών δαπανών, ύψους 100 δισ. ευρώ. Αμέσως μετά τις εκλογές του 2025, συγκεντρώθηκε επίσης η απαραίτητη πλειοψηφία για την εξαίρεση από τη ρήτρα των αμυντικών δαπανών που υπερβαίνουν το 1% του ΑΕΠ και ενός νέου ταμείου για επενδύσεις σε υποδομές, ύψους 500 δις. ευρώ. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επικαλέστηκε για την τροποποίηση τον πόλεμο στην Ουκρανία και την απροθυμία των ΗΠΑ να στηρίξουν την άμυνα της Ευρώπης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.
Το γερμανικό φρένο χρέους βασίστηκε σε αντίστοιχη ρήτρα που καθιέρωσε η Ελβετία στο σύνταγμά της το 2003 και ήταν επίσης προσαρμοσμένο στους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωζώνης, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης του 2005, το οποίο αυστηροποιήθηκε μετά την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, με την καθιέρωση του Fiscal Compact. Το τελευταίο προβλέπει ως μεσοπρόθεσμο στόχο των χωρών-μελών να μην υπερβαίνει το διαρθρωτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού (της γενικής κυβέρνησης) το 0,5% του ΑΕΠ, ενόσω ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ δεν είναι σημαντικά χαμηλότερος από το 60%.
Η κατοχύρωση συνταγματικά της δημοσιονομικής σταθερότητας δίνει ισχυρή εγγύηση για την επίτευξη του στόχου αυτού και ενισχύει την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία «θωρακίζεται» από τον εκλογικό κύκλο και περιορίζει την κατά βούληση εφαρμογή επεκτατικών πολιτικών που θα μπορούσαν να καταστήσουν μη βιώσιμο το χρέος, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ελλάδας τις δεκαετίες που οδήγησαν στην κρίση των μνημονίων.
Στην πράξη, το χρέος της Γερμανίας, όπως και της Ελβετίας, μειώθηκε σημαντικά μετά την εφαρμογή της συνταγματικής ρήτρας. Στη Γερμανία μειωνόταν σταθερά από το 2011, όταν άρχισε η εφαρμογή της σχετικής διάταξης, για να υποχωρήσει στο 60% του ΑΕΠ το 2019. Στη συνέχεια, τη διετία 2020-2021 το χρέος αυξήθηκε λόγω της πανδημίας (και της άρσης της ρήτρας) για να μειωθεί στη συνέχεια σε επίπεδα λίγο πάνω από το 60%. Η Γερμανία έχει το χαμηλότερο χρέος με διαφορά από τις άλλες μεγάλες οικονομίες του κόσμου – στην Αμερική κινείται πολύ πάνω από το 120%, στην Ιαπωνία κοντά στο 240% και στη Γαλλία πλησιάζει το 120%. Αντίστοιχα, το χρέος (γενικής κυβέρνησης) της Ελβετίας μειώθηκε, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ, και ανερχόταν σε μόλις 37% του ΑΕΠ το 2025 από 58% το 2003.