Το οικονομικό κόστος του πολέμου στην Μέση Ανατολή, έξι μήνες μετά την έναρξή του, αποτυπώνει σε νέα ανασκόπησή του το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ), συγκεντρώνοντας στοιχεία από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, τον ΔΟΕ, τη Eurostat και την ΕΛΣΤΑΤ.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του ΕΒΕΠ, η παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει μεταφερθεί από το πεδίο των συγκρούσεων στις αγορές ενέργειας, στις μεταφορές, στον πληθωρισμό, στην κατανάλωση και τελικά στην ανάπτυξη.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Για την Ευρώπη, η συνολική ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση του εξαμήνου υπολογίζεται σε περίπου 145 δισ. ευρώ, ενώ για την Ελλάδα εκτιμάται στα 3 δισ. ευρώ.
Από αυτά τα 3 δισ:
- 1,5 δισ. ευρώ αφορούν τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό
- 600 εκατ. ευρώ την απώλεια τζίρου
- 500 εκατ. ευρώ το κόστος μεταφορών και εφοδιασμού
- 400 εκατ. ευρώ τη δημοσιονομική επιβάρυνση
Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, όμως δεν προστίθεται ξεχωριστά, καθώς μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Παρά την πίεση, το ΕΒΕΠ υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ο πληθωρισμός υποχώρησε από 3,9% τον Ιούνιο στο 2,7% τον Ιούλιο, χωρίς όμως να εξαλειφθούν οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Πρόσθετος λογαριασμός 85 δισ. ευρώ στην ενέργεια
Η πρώτη και άμεση επίπτωση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν η αύξηση του ενεργειακού κόστους, με τον περιορισμό των διελέυσεων από τα Στενά του Ορμούζ να προκαλεί άνοδο στις τμές του πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου.
Τον Ιούλιο, οι διεθνείς τιμές παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου.
Για την ΕΕ, ο πρόσθετος ενεργειακός λογαριασμός εκτιμάται στα 85 δισ. ευρώ, καθώς η Ευρώπη καλείται να προμηθευτεί ενέργεια σε υψηλότερες τιμές, ενώ η μεγαλύτερη εξάρτηση από το LNG την εκθέτει περισσότερο στις διεθνείς ναυτιλιακές διαδρομές και στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Πλήγμα 30 δισ. ευρώ στην οικονομική δραστηριότητα
Η ενεργειακή κρίση επηρεάζει παράλληλα την οικονομική ανάπτυξη. Η πρόβλεψη για την ανάπτυξη της ΕΕ το 2026 έχει αναθεωρηθεί στο 1,1%, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι η κρίση μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης μέσα σε δύο χρόνια.
Με βάση τις αναθεωρήσεις, η απώλεια οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ κατά το εξάμηνο προσεγγίζει τα 30 δισ. ευρώ, λόγω της χαμηλότερης κατανάλωσης, των αναβολών επενδύσεων, του αυξημένου κόστους παραγωγής και της μειωμένης ανταγωνιστικότητας.
Πληθωρισμός και μεταφορές ανεβάζουν το κόστος
Ο πληθωρισμός παραμένει μία από τις βασικές οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι μπορεί να φτάσει περίπου στο 3% το δεύτερο εξάμηνο του 2026, κυρίως λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας.
Η πληθωριστική επιβάρυνση για την ευρωπαϊκή οικονομία υπολογίζεται σε περίπου 25 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, τα αυξημένα ναύλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι καθυστερήσεις και η ανάγκη διατήρησης μεγαλύτερων αποθεμάτων προσθέτουν περίπου 15 δισ. ευρώ στο κόστος των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Άλλα 15 δισ. ευρώ αποδίδονται στο δημοσιονομικό κόστος, με τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο να φτάνουν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Οι έξι φάσεις της κρίσης
Το ΕΒΕΠ καταγράφει έξι διαφορετικές φάσεις κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, από τη στρατιωτική κλιμάκωση και την απότομη άνοδο των ενεργειακών τιμών, έως τις διαταραχές στη ναυσιπλοΐα, την προσωρινή αποκλιμάκωση, τη νέα ένταση και την επανεμφάνιση υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου τον Αύγουστο.
Η διαδοχή των φάσεων, σύμφωνα με την ανασκόπηση, καταδεικνύει ότι η κρίση δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί, με τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής και εμπορικής διαταραχής να παραμένει.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ και αντιπρόεδρος της ASCAME, Βασίλης Κορκίδης, σημειώνει ότι ο πόλεμος έχει πλέον μετατραπεί από στρατιωτική σύγκρουση σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα.
Όπως επισημαίνει, Ευρώπη και Ελλάδα χρειάζονται ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και στα logistics, αλλά και ενίσχυση της εγχώριας και ευρωπαϊκής παραγωγής.
«Η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι η οικονομική ανθεκτικότητα αποτελεί πλέον προϋπόθεση για ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα σε ένα περιβάλλον συνεχών γεωπολιτικών ανατροπών.