Σε επίπεδα που προσεγγίζουν τα υψηλότερα των τελευταίων 15 ετών βρίσκονται τα ομόλογα της Γερμανίας, ενώ οι επενδυτές ανησυχούν ότι η παρατεταμένη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή μπορεί να διατηρήσει τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα και να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ στο τραπέζι μπαίνει το ζήτημα των κρατικών ομολόγων των υπόλοιπων κρατών – μελών της Ευρωζώνης
Ο συνδυασμός υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένου κόστους δανεισμού περιορίζει τα περιθώρια για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την ίδια στιγμή που η Γερμανία πέρα από τα ομόλογα αντιμετωπίζει πιέσεις και σε πολιτικό επίπεδο από το ακροδεξιό AfD
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στη Γερμανία, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου κινείται περίπου στο 3,20%, επίπεδο που βρίσκεται κοντά στα υψηλότερα των τελευταίων 15 ετών, όπως αναφέρει δημοσίευμα του Reuters
Στη Γαλλία, οι αποδόσεις παραμένουν επίσης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με την αγορά να βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με τις πληθωριστικές πιέσεις όσο και με τις δημοσιονομικές ανησυχίες που αφορούν τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ανήλθε στο 4,05%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2009, ενώ το 30ετές γαλλικό ομόλογο έφτασε τη Δευτέρα στο 4,8558%, υψηλό από τον Σεπτέμβριο του 2008.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στο επίκεντρο το πετρέλαιο
Βασικός παράγοντας πίσω από την άνοδο των αποδόσεων είναι η πορεία των τιμών ενέργειας.
Η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αυξάνει τον κίνδυνο για την ομαλή τροφοδοσία των διεθνών αγορών με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, γεγονός που διατηρεί τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα.
Το Brent ενισχύθηκε τη Δευτέρα (17.8.2026) περίπου 1% στα 89,42 δολάρια το βαρέλι, έχοντας ήδη καταγράψει άνοδο περίπου 6% την προηγούμενη εβδομάδα. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι το ενεργειακό κόστος μπορεί να μεταφερθεί ξανά στις τιμές καταναλωτή και παραγωγού.
Για την Ευρωζώνη, η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς πρόκειται για οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας. Μία παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να περιορίσει την ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα θα κρατούσε τον πληθωρισμό υψηλότερα.
Το δίλημμα για την ΕΚΤ
Η κατάσταση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ.
Από τη μία πλευρά, η άνοδος του ενεργειακού κόστους ενισχύει τον πληθωρισμό και περιορίζει τα περιθώρια για μειώσεις επιτοκίων. Από την άλλη, οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και μπορούν να λειτουργήσουν ανασταλτικά για την οικονομική δραστηριότητα.
Έτσι, οι αγορές καλούνται να τιμολογήσουν ένα περιβάλλον στο οποίο η οικονομία μπορεί να αποδυναμώνεται την ίδια στιγμή που οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι επενδυτές εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να ποντάρουν σε γρήγορη αποκλιμάκωση των επιτοκίων στην Ευρωζώνη, καθώς μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσε να αναγκάσει την ΕΚΤ να διατηρήσει πιο αυστηρή στάση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ανοίγει η ψαλίδα Ιταλίας – Γερμανίας
Η διαφορά μεταξύ της απόδοσης του 10ετούς ιταλικού ομολόγου και του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου έχει διευρυνθεί στις περίπου 77 μονάδες βάσης, έναντι 63 μονάδων βάσης τον Φεβρουάριο, πριν από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν.
Το spread είχε φτάσει έως τις 103,62 μονάδες βάσης στα τέλη Μαρτίου, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2025.
Η διεύρυνση των spreads αποτελεί ένδειξη ότι οι αγορές διαφοροποιούν πλέον περισσότερο το κόστος δανεισμού μεταξύ των κρατών-μελών, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την πορεία των επιτοκίων αλλά και τις δημοσιονομικές και ενεργειακές ευαισθησίες κάθε οικονομίας.
«Κλειδί» η διάρκεια του πολέμου
Για τις αγορές ομολόγων, καθοριστική παράμετρος είναι πλέον η διάρκεια της σύγκρουσης.
Μια γρήγορη αποκλιμάκωση θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα. Αντίθετα, μια παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές αγορές θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις πληθωριστικές προσδοκίες και το κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Η αγορά, προς το παρόν, φαίνεται να προεξοφλεί ένα περιβάλλον «υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα», αντί για άμεση επιστροφή σε κύκλο νομισματικής χαλάρωσης.
Για τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, η εξέλιξη έχει άμεση οικονομική σημασία, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις μεταφράζονται σε ακριβότερο νέο δανεισμό. Για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αντίστοιχα, ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων σημαίνει αυξημένο κόστος χρηματοδότησης.
Το βασικό ερώτημα για τις αγορές είναι πλέον αν η ενεργειακή κρίση θα αποδειχθεί προσωρινό σοκ ή αν θα εξελιχθεί σε παρατεταμένη πληθωριστική πίεση, η οποία θα αναγκάσει την ΕΚΤ να κρατήσει τα επιτόκια υψηλά για περισσότερο χρόνο.