Η παρουσίαση των «5+1 παρεμβάσεων για την Παιδεία» αποτέλεσε για την ΕΛΑΣ μια προσπάθεια να εμφανιστεί ως δύναμη συνολικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και όχι απλώς ως κόμμα διαμαρτυρίας. Η κατάργηση των Πανελλαδικών, η αναμόρφωση του Λυκείου, η αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης, η στήριξη των εκπαιδευτικών στα σχολεία και η ενίσχυση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης συγκροτούν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα με έντονο κοινωνικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα.
Ωστόσο, η πολιτική συζήτηση δεν επικεντρώθηκε μόνο στις προτάσεις για το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς. Η τοποθέτηση της τομεάρχη Παιδείας της ΕΛΑΣ, Ι. Λαλιώτου, για τα μη κρατικά πανεπιστήμια προκάλεσε άμεση και σφοδρή αντίδραση από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος κατηγόρησε την ΕΛΑΣ ότι αποδέχεται στην πράξη ένα θεσμικό πλαίσιο που δηλώνει ότι πολιτικά απορρίπτει.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν αφορά μόνο μία επιμέρους εκπαιδευτική ρύθμιση. Αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής των δύο κομμάτων, τη σχέση τους με τη λεγόμενη προοδευτική παράταξη και τη διεκδίκηση του πολιτικού χώρου ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και την παραδοσιακή Αριστερά.
Η ΕΛ.Α.Σ. επενδύει σε μια ατζέντα κοινωνικής μεταρρύθμισης
Με τις παρεμβάσεις της, η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να συνδέσει την εκπαιδευτική πολιτική με την καθημερινότητα της οικογένειας και τις κοινωνικές ανισότητες.
Η κατάργηση των Πανελλαδικών παρουσιάστηκε ως απάντηση στο οικονομικό βάρος της παραπαιδείας και στην ψυχολογική πίεση που υφίστανται οι μαθητές. Η κ. Λαλιώτου περιέγραψε το σημερινό Λύκειο ως έναν χώρο στον οποίο το ζητούμενο «δεν είναι η γνώση, αλλά η αντοχή στην πίεση», θέλοντας να αναδείξει ότι το εξεταστικό σύστημα έχει υποκαταστήσει τον μορφωτικό ρόλο του σχολείου.
Η πρόταση για νέο Λύκειο, μικρότερα τμήματα, αναβαθμισμένο Απολυτήριο και σταδιακή εισαγωγή στα ΑΕΙ χωρίς πρόσθετες εξετάσεις επιχειρεί να τοποθετήσει την ΕΛ.Α.Σ. στην πλευρά μιας ριζικής, αλλά θεσμικά επεξεργασμένης αλλαγής.
Αντίστοιχη είναι η λογική και στην τεχνική εκπαίδευση, όπου προτείνονται διετή προγράμματα στα πανεπιστήμια, χωρίς εξετάσεις για τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ και με πτυχίο που θα συνδέεται άμεσα με άδεια άσκησης επαγγέλματος.
Η ένταξη των εκπαιδευτικών σε ειδικό μισθολόγιο, η παροχή νομικής προστασίας, η μείωση των μαθητών ανά τμήμα και η στελέχωση των σχολείων με διεπιστημονικές ομάδες συμπληρώνουν μία ατζέντα που απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς, οικογένειες και κοινωνικά στρώματα που αισθάνονται ότι το δημόσιο σχολείο υποβαθμίζεται.
Πολιτικά, η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να συνδυάσει την κοινωνική προστασία με τη θεσμική μεταρρύθμιση και τον λεγόμενο κυβερνητικό ρεαλισμό.
Το ευάλωτο σημείο των ιδιωτικών πανεπιστημίων
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εμφανίζεται και η βασική αντίφαση που ανέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η κ. Λαλιώτου δήλωσε ότι η ΕΛ.Α.Σ. δεν θα είχε ιδρύσει τα Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, αλλά δεν θα τα καταργήσει. Η αιτιολόγηση βασίστηκε στην ανάγκη ασφάλειας δικαίου για τους φοιτητές και τις οικογένειες που έχουν ήδη επενδύσει οικονομικά στη συγκεκριμένη επιλογή.
Η θέση αυτή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους: αφενός να διαφοροποιηθεί από την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και αφετέρου να αποφύγει την εικόνα ενός κόμματος που ανατρέπει εκ των υστέρων μία διαμορφωμένη πραγματικότητα.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι θα αλλάξει ριζικά τον νόμο Πιερρακάκη, θα επιβάλει αυστηρότερους όρους λειτουργίας και θα προστατεύσει το δημόσιο πανεπιστήμιο από τη συρρίκνωση. Η φράση της κ. Λαλιώτου ότι «δεν θα επιτρέψουμε στη χώρα να γίνει El Dorado πανεπιστημιακής παραπαιδείας» αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη διπλή τοποθέτηση: αποδοχή της ύπαρξης των ιδρυμάτων, αλλά αυστηρή ρύθμιση και έλεγχο της λειτουργίας τους.
Αυτή, όμως, είναι και η θέση που έδωσε στον ΣΥΡΙΖΑ την ευκαιρία να επιτεθεί πολιτικά.
Η επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ και η κατηγορία της αντίφασης
Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι τα όσα είπε η τομεάρχης Παιδείας της ΕΛ.Α.Σ. «δεν αφήνουν περιθώριο παρερμηνείας» και ότι το κόμμα αποδέχεται ουσιαστικά τη λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων που ιδρύθηκαν με τον νόμο Πιερρακάκη.
Η βασική κατηγορία είναι ότι η ΕΛ.Α.Σ. δηλώνει αντίθετη στην αναθεώρηση του άρθρου 16, αλλά αποδέχεται στην πράξη το θεσμικό πλαίσιο που, κατά τον ΣΥΡΙΖΑ, καταστρατηγεί το περιεχόμενό του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαραθέτει μία σαφώς πιο απόλυτη θέση: κατάργηση του νόμου Πιερρακάκη, διατήρηση του άρθρου 16 τόσο «ως προς το πνεύμα όσο και ως προς το γράμμα» και απορρόφηση των φοιτητών των ιδιωτικών πανεπιστημίων από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Στο επίπεδο της πολιτικής επικοινωνίας, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εμφανίσει την ΕΛ.Α.Σ. ως δύναμη που υιοθετεί έναν «ρεαλισμό» ο οποίος τελικά νομιμοποιεί βασικές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας.
Η επίθεση δεν αφορά μόνο την εκπαιδευτική πολιτική. Αποτελεί προσπάθεια να αμφισβητηθεί συνολικά η προοδευτική και αριστερή ταυτότητα της ΕΛ.Α.Σ. και να παρουσιαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως η μόνη συνεπής δύναμη υπεράσπισης του αποκλειστικά δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης.
Δύο διαφορετικές στρατηγικές στην αντιπολίτευση
Πίσω από την αντιπαράθεση διακρίνονται δύο διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές.
Η ΕΛ.Α.Σ. φαίνεται να επιλέγει μια γραμμή θεσμικής συνέχειας και αυστηρής ρύθμισης. Δεν δεσμεύεται να ανατρέψει κάθε επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης, ακόμη κι όταν διαφωνεί με αυτήν. Επιχειρεί έτσι να εμφανιστεί ως δύναμη κυβερνητικής ευθύνης που δεν αγνοεί τετελεσμένες καταστάσεις και ατομικές επιλογές πολιτών.
Η θέση αυτή μπορεί να είναι ελκυστική σε ψηφοφόρους του κέντρου ή της μετριοπαθούς Κεντροαριστεράς, οι οποίοι θέλουν αλλαγές χωρίς θεσμικές ανατροπές και παρατεταμένες συγκρούσεις.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί πολιτικό κόστος στα αριστερά της. Η αποδοχή της λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ακόμη και υπό αυστηρότερο έλεγχο, μπορεί να θεωρηθεί υποχώρηση από μια ιστορική θέση της προοδευτικής παράταξης για την αποκλειστικά δημόσια ανώτατη εκπαίδευση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα, επιλέγει μια περισσότερο ιδεολογικά καθαρή και συγκρουσιακή γραμμή. Υποστηρίζει την πλήρη κατάργηση του νέου πλαισίου και επιχειρεί να μετατρέψει το άρθρο 16 σε κεντρικό διαχωριστικό σημείο μεταξύ Αριστεράς, Κεντροαριστεράς και κυβέρνησης.
Η συγκεκριμένη στρατηγική μπορεί να συσπειρώνει ένα τμήμα του αριστερού ακροατηρίου και της πανεπιστημιακής κοινότητας. Παράλληλα, όμως, θα χρειαστεί να απαντήσει σε πρακτικά ερωτήματα, όπως ο τρόπος κατάργησης ιδρυμάτων που ήδη λειτουργούν, η νομική προστασία των εγγεγραμμένων φοιτητών και η δυνατότητα απορρόφησής τους από τα δημόσια πανεπιστήμια.
Το πολιτικό ρίσκο για την ΕΛ.Α.Σ.
Το βασικό πρόβλημα για την ΕΛ.Α.Σ. είναι ότι η συζήτηση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια κινδυνεύει να επισκιάσει το υπόλοιπο εκπαιδευτικό της πρόγραμμα.
Οι προτάσεις για τις Πανελλαδικές, τους μισθούς των εκπαιδευτικών, τα μικρότερα τμήματα και την ειδική αγωγή έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν έναν ευρύτερο κοινωνικό διάλογο. Πρόκειται για θέματα που αφορούν άμεσα χιλιάδες οικογένειες και εργαζομένους.
Ωστόσο, η θέση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια συμπυκνώνει μία βαθύτερη πολιτική συζήτηση. Μέχρι ποιο σημείο ο κυβερνητικός ρεαλισμός μπορεί να συνυπάρξει με την αντιπολιτευτική κριτική και πότε μετατρέπεται σε αποδοχή των τετελεσμένων της κυβέρνησης.
Η ΕΛ.Α.Σ. θα χρειαστεί να εξηγήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια πώς ακριβώς θα αλλάξει τον νόμο Πιερρακάκη, ποια κριτήρια θα επιβάλει και με ποιον τρόπο θα αποτρέψει την υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.
Χωρίς συγκεκριμένες απαντήσεις, η θέση ότι «δεν θα τα ιδρύαμε, αλλά δεν θα τα καταργήσουμε» μπορεί να εμφανίζεται περισσότερο ως πολιτική αμηχανία παρά ως συνεκτική μεταρρυθμιστική πρόταση.
Η μάχη για την προοδευτική ηγεμονία
Η αντιπαράθεση για την Παιδεία αποτελεί τελικά μέρος μιας ευρύτερης μάχης για την ηγεμονία στον προοδευτικό χώρο.
Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη με ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα, κοινωνική ευαισθησία και θεσμική υπευθυνότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, προσπαθεί να αναδείξει τις αντιφάσεις αυτής της στρατηγικής και να διατηρήσει την πολιτική πρωτοβουλία στα ζητήματα δημόσιων αγαθών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η σύγκρουση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δείχνει ότι τα δύο κόμματα δεν ανταγωνίζονται μόνο για τις ίδιες δεξαμενές ψηφοφόρων. Αντιπαρατίθενται και για το περιεχόμενο που θα έχει η προοδευτική πολιτική την επόμενη ημέρα.
Για την ΕΛ.Α.Σ., το στοίχημα είναι να αποδείξει ότι ο πραγματισμός της δεν ισοδυναμεί με προσαρμογή στις επιλογές της Νέας Δημοκρατίας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, το στοίχημα είναι να αποδείξει ότι η ιδεολογική καθαρότητα μπορεί να μετατραπεί σε εφαρμόσιμο και πειστικό κυβερνητικό σχέδιο.
Σε κάθε περίπτωση, η Παιδεία επανέρχεται ως ένα από τα κεντρικά πεδία πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Και η συζήτηση για το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια φαίνεται ότι θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τις ισορροπίες, τις συμμαχίες και τις διαχωριστικές γραμμές στον χώρο της Αριστεράς.
